Περίληψη: Αναίρεση απόφασης. Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Από τι εξαρτάται η σχετική κρίση. Το τεκμήριο αθωότητας, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής – δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης. Το δεδικασμένο είναι, κατ’ αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Εργατικό ατύχημα. Ηλεκτροπληξία κατά την τοποθέτηση ανελκυστήρα. Προέκυψε πως δεν οφείλεται σε πταίσμα του εκκαλούντος σιδερά που κατασκεύασε το κουβούκλιο διότι δεν ήταν υπεύθυνος ούτε για τον ορισμό τοποθέτησης του αναβατορίου στην οικοδομή, ώστε να γνωρίζει ότι διέρχονταν από το σημείο ηλεκτροφόρα καλώδια ούτε ήταν ο αρμόδιος για τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, ώστε να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα που θα απέτρεπαν το αποτέλεσμα. Επιπλέον, δεν θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι περνούσαν τα ηλεκτρικά καλώδια μέσα από τον τοίχο στήριξης του αναβατορίου οποιαδήποτε επιμέλεια και να επεδείκνυε ούτε θα μπορούσε να γνωρίζει ότι υπήρχε διαρροή ρεύματος ή ότι η γείωση ήταν ανεπαρκής. Δέχεται την έφεση. Απορρίπτει την αγωγή ως προς τον τρίτο, μη εργοδότη του παθόντος.
Αριθμός 1470/2022
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαρία Παπαδημητρίου, Εφέτη, που ορίστηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου και από τη Γραμματέα Ελισσάβετ Τσιτσικάου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Ιανουαρίου 2021, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος-εκκαλούντος …….. του ……., κατοίκου ……., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο κατά
Της καθ’ης ή κλήση-εφεσίβλητης ……., το γένος ………, κατοίκου ………., ως δικαστικής συμπαραστάτριας του ……….., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καρανάσιο.
Η εφεσίβλητη, με την προαναφερθείσα ιδιότητά της, με την από 13-8-2009 (αρ.εκθ.κατ. …../2009) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα σε αυτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1085/2012 οριστική απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκκαλών άσκησε την από 23-10-2013 (αρ.εκθ.κατ. …../2013) έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 467/2015 απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Μετά από άσκηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής από τον εκκαλούντα, εκδόθηκε η 1013/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση και παρεπέμφθη η υπόθεση για να δικαστεί στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Ήδη η υπόθεση εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο με την από 17-7-2020 (αρ.εκθ.κατ. …../2020) κλήση, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της συζήτησης στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις και με σχετική δήλωση, δήλωσαν ότι συμφωνούν να συζητηθεί η έφεση χωρίς να παρασταθούν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
KAI ΣΚΕΦTΗΚΕ KATA ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17-7-2020 (αρ.εκθ.κατ. ……/2020) κλήση φέρεται νόμιμα προς συζήτηση η κρινόμενη υπόθεση, μετά την έκδοση της 1013/2019 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 467/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ «αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση», κατά δε, τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, «στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις». Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013 «αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή και στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές». Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ «οι αποφάσεις της ολομελείας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν». Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως, προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφοντα με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολο της, αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους. Περίπτωση εν όλω αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθίαν το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Με την αναίρεση της απόφασης ολικώς, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λπ. Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου εξ’ ολοκλήρου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση και τους λόγους αυτής (ΑΠ 386/2014, ΑΠ 561/2013, ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 493/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Με την αγωγή του ……….. του ………, όπως εκπροσωπείται από τη ………., δικαστική συμπαραστάτριά του, ισχυρίζεται ότι το Ν.Π.Ι.Δ. …… με την επωνυμία «……….», που τυγχάνει ιδιοκτήτης ακινήτου που βρίσκεται στη θέση «……» στην …….. της νήσου ………., ανήγειρε κτίριο προς στέγαση οίκου ευγηρίας. Ότι προς το σκοπό αυτό έλαβε την υπ’ αριθμ. …/2002 οικοδομική άδεια από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία ….., αναθέτοντας την επίβλεψη του κτιρίου στον δεύτερο (των εναγομένων), μηχανικό και την ηλεκτρολογική εγκατάσταση στον τέταρτο αυτών, ηλεκτρολόγο εγκαταστάτη. Ότι επιπλέον στον πέμπτο των εναγομένων, που ήταν ο άμεσος εργοδότης του ίδιου (ενάγοντος), ανέθεσε την τοποθέτηση ανελκυστήρα τροφίμων, που θα εξυπηρετούσε το υπόγειο του εν λόγω κτιρίου, όπου βρίσκονται τα μαγειρεία, και το χώρο της τραπεζαρίας του υπερκείμενου ορόφου. Ότι κατά την διάρκεια των εργασιών εγκατάστασης του παραπάνω ανελκυστήρα, τις οποίες ο ενάγων εκτελούσε ως βοηθός, με την παρουσία και κάτω από τις οδηγίες του πέμπτου των εναγόμενων και εξαιτίας αυτών, την 1η/8/2006, υπέστη εργατικό ατύχημα, κάτω από τις συνθήκες και τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στην αγωγή με συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του. Ότι το ως άνω εργατικό ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγόμενων, η οποία συνίσταται στο ότι δεν τήρησαν και δεν επέβλεψαν την τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αναφέρονται στην αγωγή, παρά το γεγονός ότι ήταν υπόχρεοι προς τούτο, με τις κατωτέρω ιδιότητες: α) το πρώτο εξ αυτών, νομικό πρόσωπο, με την ιδιότητα του ως κυρίου του έργου και πλασματικού εργοδότη του, β) ο δεύτερος, ως επιβλέπων μηχανικός του έργου, υπεύθυνος για τη γενική επίβλεψη των εκτελούμενων εργασιών, βάσει της οικοδομικής άδειας και προστηθείς για το σκοπό αυτό από το πρώτο των εναγόμενων, νομικό πρόσωπο, γ) οι δε, τρίτος και τέταρτος αυτών, ως προστηθέντες στις εργασίες τοποθέτησης του μεταλλικού πλαισίου του ανωτέρω ανελκυστήρα και της ηλεκτρολογικης εγκατάστασης, αντιστοίχως και δ) ο πέμπτος ως άμεσος εργοδότης του και εργολάβος τμήματος του έργου. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι λόγω της προαναφερθείσας βλάβης της υγείας του και της συνεπεία αυτής αδυναμίας του να αυτοεξυπηρετηθεί είναι αναγκαία η πρόσληψη νοσοκόμου, για τρεις βάρδιες ημερησίως, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο οικείο αγωγικό δικόγραφο και ζητεί να του επιδικαστεί το συνολικό ποσό των 2.400 ευρώ μηνιαίως και επί τρία έτη. Υπό την επίκληση των ανωτέρω ο ενάγων, επιφυλασσόμενος για το ποσό των 40 ευρώ, προκειμένου να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, ζητά: (α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το προαναφερθέν ποσό ως μηνιαία δαπάνη για την απασχόληση νοσοκόμου επί μία τριετία και το ποσό του 1.000.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκκαλών-εναγόμενος άσκησε την ένδικη έφεσή του, με την οποία, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή εναντίον του. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η 467/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Μετά από άσκηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής από τον εκκαλούντα, εκδόθηκε η 1013/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση και παρεπέμφθη η υπόθεση για να δικαστεί στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Επομένως, εφ’ όσον μετά την αναίρεση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει η έφεση να ερευνηθεί εκ νέου, με την επισήμανση ότι για τους λοιπούς διαδίκους οι οποίοι είχαν ασκήσει εφέσεις, οι οποίες είχαν συνεκδικαστεί με την παρούσα έφεση και οι οποίοι δεν άσκησαν αναίρεση, ισχύει το δεδικασμένο που παρήχθη από την 467/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.
Ι. Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι “1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως……… 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του”, το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο “Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών”. Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο “κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο”, αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι “Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο”. Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο “οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο” και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 “για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας” με το νόμο 4596/2019. Και τούτο ανεξαρτήτως της πλημμέλειας της εν λόγω ενσωματώσεως, συνισταμένης στο ότι, καίτοι: α) στη σκέψη 16 του Προοιμίου της ως άνω Οδηγίας ορίζεται ότι “Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται σε περίπτωση που δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, αναφέρονται στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος…” και β) στο άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας αυτής προβλέπεται ότι “Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, όσο δεν έχει αποδειχτεί η ενοχή υπόπτου ή κατηγορουμένου σύμφωνα με το νόμο, στις δημόσιες δηλώσεις δημοσίων αρχών, καθώς και στις δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, το εν λόγω πρόσωπο δεν αναφέρεται ως ένοχο”, στη ρύθμιση του άρθρου 7 του ως άνω νόμου [τίτλος άρθρου: Δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου (άρθρα 4 και 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ)] που ορίζει το δικαίωμα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, προς αποκατάσταση της βλάβης, την οποία υπέστη εξ αιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις δημοσίων αρχών που έλαβαν χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πριν από την έκδοση της αποφάσεως σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, οι οποίες αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο στην εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του, είτε προβαίνουν σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση επί της υποθέσεως, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις μόνον για την περίπτωση παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας από τις δηλώσεις δημόσιων αρχών, ενώ έχει εκλείψει η αναφορά της οδηγίας και στις δικαστικές αποφάσεις. Έτσι, πριν από το νόμο 4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα (6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α., 14 παρ. 2 Δ.Σ.Α.Π.Δ. και 48 παρ. 1 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξεως δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της Ενώσεως. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ’ αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του. Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου. Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεων του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας. Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής – δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή. Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο “λόγω αμφιβολιών” ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση “μη διαπιστωμένης ενοχής”. Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ., αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ’ αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ. Κ.Πολ.Δικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ’ αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.). Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ’ επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος – ενάγοντος, καθ’ όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ’ ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολίτικά Δικαιώματα (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 390 / 2019, ΑΠ 1422/2017, ΑΠ 715/2017, ΑΠ 344/2016, ΑΠ, 302/2016, ΑΠ 1398/2015).
ΙΙ. Από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι’ αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ. Α.Π. 1117/1986, Α.Π. 80/2016). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (Α.Π. 80/2016). Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό τις διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. β Α.Κ. (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια της παραλειφθείσης πράξεως από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου) από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση που επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλουμένου κινδύνου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 78 και 79 Π.Δ. 1073/1081 “Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού” (Φ.Ε.Κ. Α” 260), εκδοθέντος κατά την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 6 του από 25.8/5.9.1920 Β. Δ/τος “περί κωδικοποιήσεως των περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών διατάξεων” (Φ.Ε.Κ. Β’ 200), ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: “Δια την πρόληψιν ατυχημάτων, από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικώτερον: α) Να λαμβάνωνται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να αποκλείεται η προσέγγισις εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεώς των. β) Αι μεταφοραί, χειρωνακτικοί ή μη, σιδηροπλισμού, κιγκλιδωμάτων κ.α. και αι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών αναβατορίων, πυραύλων κ.α. ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος, να πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς ασχέτως τάσεως. …” και “Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχωνται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος, ειδοποιείται εγγράφως, υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμοδία υπηρεσία της … Τα μέτρα ασφαλείας τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της…, του εκτελούντος το έργον και του επιβλέποντος τούτο Μηχανικού. Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της.. λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων” (ΑΠ 142/2020, ΑΠ 534/2017).
Από την εκτίμηση της χωρίς όρκο κατάθεση του εναγομένου ……., των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως, των ενόρκων καταθέσεων …., …../2010 και .., …, …/2010 ενώπιον της Συμβ/φου Πάρου Αμαλίας Ευθυμιάτου – Καλακώνα και της Ειρηνοδίκη Πάρου που λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση (βλ. τις ……/26-10-2010 και ……./25-10-2010 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Δημητρίου Ανδριανόπουλου και Αθανασίου Λυκιαρδόπουλου, αντίστοιχα), των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, συμπεριλαμβανομένης της 445/2012 αμετάκλητης αποφάσεως του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 22/2018, ΑΠ 438/2018, ΝΟΜΟΣ και πάγια νομολογία), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το Κοινωφελές Εκκλησιαστικό Ίδρυμα (ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα) με την επωνυμία «……….………..», με έδρα την ……… του Δήμου …….., για τις ανάγκες στεγάσεως του άνω οίκου ευγηρίας, αποφάσισε την ανέγερση οικοδομής σε ακίνητο κείμενο στη συνοικία «………» της ………, ιδιοκτησίας της Ιεράς Μητροπόλεως ……….., και για το λόγο αυτό ανέθεσε τον Οκτώβριο του 2001 τη σύνταξη της μελέτης και την επίβλεψη των εργασιών των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων της οικοδομής αυτής στον …….., Μηχανολόγο Μηχανικό. Με βάση τη συνταχθείσα από τον τελευταίο μελέτη και τα συνοδεύοντα αυτήν αντίστοιχα σχέδια (κατόψεις, κλπ.), καθώς και τα λοιπά δικαιολογητικά (αρχιτεκτονική μελέτη, μελέτη φέροντα οργανισμού, μελέτη θέρμανσης, κλπ.) εκδόθηκε για την ανέγερση του Γηροκομείου η …../2002 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας ………. Οι εργασίες της ηλεκτρικής εγκαταστάσεως της προαναφερόμενης οικοδομής εκτελέστηκαν από τον εργολάβο-ηλεκτρολόγο εγκαταστάτη …….., υπό την επίβλεψη και σύμφωνα με την μελέτη του ……. και ολοκληρώθηκαν το μήνα Ιανουάριο του 2005. Αμέσως μετά, και συγκεκριμένα στις 31-1-2005, ο …….. δήλωσε υπεύθυνα στο Πολεοδομικό Γραφείο ……. την εκτέλεση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις γενικές και ειδικές πολεοδομικές διατάξεις, σε ότι αφορούσε τη μελέτη για τα υδραυλικά, τη θέρμανση, την ηλεκτρική εγκατάσταση ανελκυστήρα προσώπων, πυροπροστασία και τον αερισμό της ως άνω οικοδομής. Αντίστοιχη δήλωση έκανε και η αρχιτέκτων του έργου για τις οικοδομικές εργασίες στις 27-1-2005. Ακολούθως, στις 16-3-2005, η αρμόδια Πολεοδομία ……. ενήργησε αυτοψία στην οικοδομή, η οποία βρέθηκε να συμφωνεί με την εγκεκριμένη μελέτη, έκτοτε δε, το έργο παραδόθηκε στην Ι.Μ. ………., η οποία το παρέλαβε και ήδη από το μήνα Απρίλιο του 2005 άρχισε να λειτουργεί σ’ αυτό ο οίκος ευγηρίας. Ένα χρόνο περίπου αργότερα, συγκεκριμένα στην από 26-5-2006 τακτική συνεδρίασή του, το διοικητικό συμβούλιο του ως άνω ΝΠΙΔ αποφάσισε την κατασκευή εντός του άνω κτηρίου μεταλλικού κουβουκλίου και θαλάμου για την τοποθέτηση ανελκυστήρα τροφίμων στην κουζίνα, τον οποίο θα προσέφερε δωρεάν προς το Ίδρυμα η Τεχνική Εταιρεία Κατασκευών Ανελκυστήρων …………. Οι εργασίες κατασκευής ανατέθηκαν στον εκκαλούντα ……… (αρχικά τρίτο ενάγοντα), τεχνίτη — σιδερά. Για τις ανάγκες των εργασιών αυτών έγινε επέκταση και τροποποίηση της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, σύμφωνα με την από 19-10-2005 υπεύθυνη δήλωση προς τη ΔΕΗ του ……….. (τέταρτου εναγομένου της αγωγής), ηλεκτρολόγου – εγκαταστάτη, ο οποίος πραγματοποίησε τις εργασίες αυτές, στα σκαριφήματα δε, που συνοδεύουν την ως άνω υπεύθυνη δήλωση αποτυπώνονται από τον ίδιο αποκλίσεις από την αρχική μελέτη, και ειδικά για την κουζίνα φέρεται ότι βρίσκεται στο χώρο του υπογείου, αντί του ισογείου, δηλαδή φέρεται στη θέση όπου κατά τη μελέτη και τα εγκεκριμένα σχέδια προβλέπονταν βοηθητικός χώρος της κουζίνας, όπου τοποθετήθηκε και υαλοπίνακας. Στη συνέχεια, ο εκκαλών, περί τα μέσα Ιουλίου του 2006, ολοκλήρωσε τη σιδηροκατασκευή, δηλαδή την εγκατάσταση του μεταλλικού πλαισίου του ανελκυστήρα, το οποίο στηρίχθηκε στο δάπεδο και με βύσματα στις δύο πλευρές στον τοίχο του κτηρίου, για την τοποθέτηση των οποίων είχε αναγκαστικά διατρηθεί ο τοίχος στα ανάλογα σημεία. Την 1η-8-2006, οπότε είχε ολοκληρωθεί η εγκατάσταση του αναβατορίου και απέμενε η σύνδεσή του με το ηλεκτρικό ρεύμα, ώστε να ελεγχθεί η λειτουργία του και ενώ είχε ήδη τοποθετηθεί το παραπάνω μεταλλικό πλαίσιο (σκελετός του ανελκυστήρα), ο …….., τεχνίτης ανελκυστήρων, έδωσε εντολή να παροχετευθεί το ηλεκτρικό ρεύμα. Εκείνη τη στιγμή, και κατά το χρόνο που ήλθε σε επαφή με το μεταλλικό πλαίσιο του αναβατορίου, ο ………, που εργάζονταν για την εγκατάσταση του κουβουκλίου του ανελκυστήρα, ως βοηθός του ………. υπέστη ηλεκτροπληξία. Τότε, ο ………, που εργαζόταν ως βοηθός του εκκαλούντα προσπάθησε να απομακρύνει τον ………. από το μεταλλικό πλαίσιο, και αφού κτυπήθηκε και ο ίδιος ελαφρά από το ηλεκτρικό ρεύμα, απομακρύνθηκε και πήγε να κατεβάσει όλους τους διακόπτες στον ηλεκτρικό πίνακα, οπότε διεκόπη η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ η λογίστρια του ιδρύματος ……., προσπάθησε με μαλάξεις να κρατήσει στη ζωή τον ……….. Ο τελευταίος, μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε αεροπορικώς στην Αθήνα, διεκομίσθη στο Θριάσιο Νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι εξ αιτίας της ηλεκτροπληξίας, υπέστη σπαστική τετραπληγία με εξωπυραμιδικά στοιχεία, αφασία, δυσαρθρία και όπου νοσηλεύθηκε έως τις 14-9-2006. Οι ως άνω δε, σωματικές βλάβες κατέστησαν αυτόν ανίκανο προς εργασία, κατά ποσοστό 80% και έχει ήδη τεθεί σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση. Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε αφ’ ενός διότι η τοποθέτηση του αναβατορίου αποφασίστηκε να τοποθετηθεί σε σημείο όπου διέρχονταν ηλεκτροφόρα καλώδια, χωρίς μάλιστα να υπάρχουν στο συγκεκριμένο σημείο σχετικές ενδείξεις και αφ’ ετέρου, διότι η γείωση του κτιρίου δεν ήταν επαρκής. Εάν δε, α) είχε σχεδιαστεί από τον αρμόδιο μηχανολόγο-μηχανικό η τοποθέτηση του αναβατορίου σε σημείο που δεν διερχόταν ηλεκτροφόρα καλώδια και β) οι αρμόδιοι αδειούχοι τεχνίτες εγκατάστασης ανελκυστήρος και ο εγκαταστάτης ηλεκτρολόγος είχαν γειώσει επαρκώς και με τον ενδεδειγμένο τρόπο τα εγκατεστημένα μεταλλικά πλαίσια του φρεατίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφ. III περί γειώσεως προστασίας του Κανονισμού περί «Εσωτερικών Ηλεκτρικών Εγκαταστάσεων», θα είχε αποφευχθεί το ένδικο εργατικό ατύχημα, διότι στην α) περίπτωση δεν θα ερχόταν καν σε επαφή ο παθών με το ηλεκτρικό ρεύμα και στην β) περίπτωση, με την εμφάνιση και ανάπτυξη επικινδύνου τάσεως, θα διακοπτόταν η τροφοδότηση του ρεύματος εντός πέντε περίπου δευτερολέπτων και δεν θα είχε επέλθει το αποτέλεσμα, ήτοι η ηλεκτροπληξία του ενάγοντος, ο οποίος εργαζόταν εκείνη τη στιγμή. Περαιτέρω, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών επέδειξε οιασδήποτε μορφής αμέλεια, η οποία να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι αυτός δεν ήταν υπεύθυνος ούτε για τον ορισμό τοποθέτησης του αναβατορίου στην οικοδομή, ώστε να γνωρίζει ότι διέρχονταν από το σημείο ηλεκτροφόρα καλώδια ούτε ήταν ο αρμόδιος για τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, ώστε να έχει λάβει εκείνος τα αναγκαία μέτρα που προαναφέρθηκαν και τα οποία θα απέτρεπαν το αποτέλεσμα, ενώ αντίθετα ο εκκαλών ενεργούσε, όσον αφορά στην τοποθέτηση του αναβατορίου, κάτω από τις εντολές του ………. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν συγκεκριμένες υποχρεώσεις του εκκαλούντος προς ενέργεια ορισμένων πράξεων που παραλείφθηκαν, οι οποίες επιβάλλονται από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Επί πλέον, δεν θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι περνούσαν τα ηλεκτρικά καλώδια μέσα από τον τοίχο στήριξης του αναβατορίου οιαδήποτε επιμέλεια και να επεδείκνυε ούτε θα μπορούσε να γνωρίζει ότι υπήρχε διαρροή ρεύματος ή ότι η γείωση ήταν ανεπαρκής. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εκκαλών, με την 445/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, αθωώθηκε για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και ναι μεν, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της ποινικής απόφασης, πλην όμως λαμβάνεται η απόφαση αυτή υπ’όψη ως ισχυρό δικαστικό τεκμήριο, εφ’ όσον αφορά στα ίδια πραγματικά περιστατικά, που ερευνά και το παρόν Δικαστήριο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, όσον αφορά στον ………, έσφαλε. Ως εκ τούτου, η εκκαλουμένη πρέπει να εξαφανιστεί και αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από – το παρόν Δικαστήριο, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τον ………. Η δικαστική δαπάνη των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστεί διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν εν προκειμένω ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 179 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη.
Κρατεί και δικάζει την από 13-8-2009 (αρ.κατ. ……/2009) αγωγή.
Απορρίπτει αυτήν ως προς τον εναγόμενο …………
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στις 21 Μαρτίου 2022 στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
