Τελευταία ενημέρωση: 23 Νοεμβρίου 2023
Γράφει η Δικηγόρος – εργατολόγος Παναγιώτα Γούλα | Δικηγορικό γραφείο εργατικού δικαίου Δημήτρης Βλαχόπουλος & συνεργάτες
Η καταβολή των επιδομάτων (δώρων) εορτών προβλέπεται από την ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 1082/1990.
Δικαιούχοι
Δώρο Χριστουγέννων δικαιούνται να λάβουν όλοι οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα με σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, πλήρους ή μερικής απασχόλησης.
Τρόπος υπολογισμού
Η περίοδος υπολογισμού του δώρου Χριστουγέννων είναι από την 1η Μαΐου μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Αν ο εργαζόμενος εργάστηκε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την 1η Μαΐου μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου, τότε δικαιούται ολόκληρο το δώρο, που είναι ίσο με έναν μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό και με 25 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο.
Αν ο εργαζόμενος δεν εργάστηκε καθ’ όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα αλλά μόνο τμήμα αυτού, τότε θα του καταβληθεί αναλογία του δώρου και συγκεκριμένα τα 2/25 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια για κάθε 19 ημερολογιακές μέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης. Ακόμη και οι εργαζόμενοι με χρόνο εργασίας μικρότερο εκείνου των 19 ημερών δικαιούνται ανάλογο κλάσμα του δώρου.
Στο παραπάνω χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης συνυπολογίζονται τόσο ο χρόνος υποχρεωτικής αποχής από την εργασία των γυναικών, πριν και μετά τον τοκετό (8 και 9 εβδομάδες αντιστοίχως) καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο σπουδαστής έλαβε άδεια για συμμετοχή σε εξετάσεις. Στην περίπτωση, δε, που έχει μεσολαβήσει χρόνος ασθένειας, τότε αφαιρούνται μόνο οι μέρες που ο εργαζόμενος επιδοτήθηκε από ασφαλιστικό οργανισμό.
Ο μερικώς απασχολούμενος εργαζόμενος δικαιούται να λάβει δώρο Χριστουγέννων, πλην όμως μειωμένο, ανάλογα με τη διάρκεια της απασχόλησής του.
Βάση υπολογισμού του καταβλητέου στον εργαζόμενο δώρου Χριστουγέννων αποτελούν οι πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές κατά τη 10η Δεκεμβρίου.
Συνεπώς, αν ο μισθός που λαμβάνει στην πραγματικότητα ο εργαζόμενος είναι μεγαλύτερος από τον μισθό που αναφέρεται στη σύμβασή του, το ποσό που δικαιούται για δώρο Χριστουγέννων πρέπει να υπολογιστεί με βάση τον (μεγαλύτερο) μισθό που λαμβάνει στην πραγματικότητα.
Στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνονται ο μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας σε τακτική βάση ή κατ’ επανάληψη σε ορισμένα χρονικά διαστήματα (λ.χ. επίδομα ισολογισμού, επίδομα τροφής, αμοιβή υπερεργασίας ή υπερωρίας εφόσον δίνεται σε τακτική βάση κ.ά.). Στις τακτικές αποδοχές συνυπολογίζεται και το επίδομα αδείας. Για τον λόγο αυτόν, ο εργαζόμενος θα λάβει το δώρο Χριστουγέννων προσαυξημένο με την αναλογία του επιδόματος αδείας, που ανέρχεται σε 0,04166. Με βάση αυτά, εργαζόμενος που αμείβεται με μηνιαίο μισθό ύψους 1.000 ευρώ, μαζί με την προσαύξηση του συντελεστή αδείας, θα λάβει για δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 1.041,66 ευρώ.
Χρόνος καταβολής του δώρου Χριστουγέννων
Το δώρο Χριστουγέννων καταβάλλεται την 21η Δεκεμβρίου κάθε έτους.Φυσικά, ο εργοδότης έχει την ευχέρεια να καταβάλει το δώρο και νωρίτερα από την ημερομηνία αυτή, ενώ δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να το καταβάλει σε είδος αλλά μόνο σε χρήμα.
Στην περίπτωση καθυστέρησης καταβολής του δώρου, ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος ενώ παράλληλα μπορεί να υποβληθεί σε βάρος του μήνυση για μη καταβολή αποδοχών.
Συχνά εμφανίζεται το φαινόμενο ο εργοδότης να καταβάλλει στην τράπεζα το ποσό που αντιστοιχεί στο δώρο Χριστουγέννων, ζητώντας, όμως, από τον εργαζόμενο να του επιστρέψει τα χρήματα τοις μετρητοίς. Η πρακτική αυτή είναι φυσικά παράνομη και κάθε εργαζόμενος που γίνεται δέκτης τέτοιων αξιώσεων μπορεί να απευθύνεται στην Επιθεώρηση Εργασίας και στην αστυνομία.
Συμψηφισμός
Το δώρο Χριστουγέννων οφείλεται και στους εργαζόμενους που λαμβάνουν αποδοχές ανώτερες των νομίμων. Πάντως, είναι δυνατό να συμφωνηθεί εκ των προτέρων μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου ότι το δώρο θα συμψηφίζεται με ανώτερες των νομίμων συμβατικές αποδοχές. Η συμφωνία αυτή πρέπει να είναι γραπτή και ειδική, υπό την έννοια ότι απαιτείται να προσδιορίζεται σ’ αυτήν το τμήμα των επιπλέον των νομίμων αποδοχών που αντιστοιχεί στην εν λόγω αξίωση.
