άδειες εργαζόμενουαπόλυσηοφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 286/2025

Περίληψη:
Υπόθεση: Αγωγή εργαζομένου κατά της εργοδότριας εταιρίας για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδομάτων αδείας, αποδοχών μη ληφθείσας αδείας και αποζημίωσης απόλυσης.
Πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος (πωλητής). Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εργασίας, ο ενάγων παρείχε την εργασία του κατά πλήρες ωράριο έναντι του κατώτατου νόμιμου μισθού. Κατά το χρόνο πρόσληψης, ο ενάγων γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι είχε προϋπηρεσία άνω των εννέα ετών, η οποία δικαιολογούσε προσαύξηση 30% στον κατώτατο μισθό. Ωστόσο, η εναγομένη του κατέβαλλε μισθό υπολειπόμενο του νόμιμου καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, παρά τις διαμαρτυρίες του. Τελικά, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.
Ζητήματα: 1. Αν οφείλονται στον ενάγοντα δεδουλευμένες αποδοχές και σε ποιο ύψος. 2. Αν γνωστοποιήθηκε νομίμως η προϋπηρεσία. 3. Αν οφείλονται επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματα αδείας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας. 4. Αν οφείλεται αποζημίωση απόλυσης.
Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: Το δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 655, 669, 678 ΑΚ, του Ν. 1082/1980, της ΚΥΑ 19040/1981, του Ν. 539/1945, του Ν. 4504/1966, του Ν. 2112/1920, του Ν. 3198/1955 και τις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ. Επίσης λήφθηκαν υπόψη οι κατώτατοι μισθοί όπως είχαν καθοριστεί με τις Υ.Α. 4241/127/30.01.2019 και 107675/27.12.2021, καθώς και οι διατάξεις περί προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου: Το δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.328,53 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών Πάσχα, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, επιδόματα αδείας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας και αποζημίωση απόλυσης. Επίσης, υποχρέωσε την εναγομένη να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας και την καταδίκασε σε χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της στην παραπάνω διάταξη.

Δημοσιευμένη σε:  Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Αριθμός 286/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Αγγελική Χαρίτου, Πρωτοδίκη Ειδικής Επετηρίδας, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την παρουσία της Γραμματέως Βασιλικής Χατζηαναστασίου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 10.12.2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος: ………. …………… του ……, κατοίκου Αθηνών, οδός …… αρ. ……, με Α.Φ.Μ. ……, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου (Α.Μ.Δ.Σ.Α. 029922).
Της εναγομένης: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……….. Ε.Ε.», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός …. αρ……., με Α.Φ.Μ…….., νομίμως εκπροσωπούμενης, και η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο ενάγων με την από 13.10.2022 με γενικό αριθμό κατάθεσης ………/13.10.2022 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………./13.10.2022 αγωγή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ζητεί όσα αναφέρονται σε αυτήν. Για τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής ορίστηκε δικάσιμος η 01.12.2022 και κατόπιν αναβολών η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, οι διάδικοι παραστάθηκαν ως ανωτέρω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος, αφού ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς του, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο. Το Δικαστήριο,

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από την υπ’ αριθμ. ….. …/14.10.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, την οποία προσκομίζει μετ’ επικλήσεως ο ενάγων, προκύπτει η νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση της υπό κρίση αγωγής στην εναγομένη, η οποία δεν παραστάθηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου. Ωστόσο το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρ. 621 παρ 2 εδ. β ΚΠολΔ).
II. Σύμφωνα με την παρ. 1 του ά. 3 του Ν. 2112/1920 (ά. 323 παρ. 1 π.δ. 80/2022), «1. Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου ως εξής: «ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ. Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη. Ποσό αποζημίωσης. 1 έτος συμπλ. έως 4 έτη – 2 μηνών… Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου του ν. 3198/1955) εξακολουθεί να ισχύει». Το τελευταίο δε (ά. 327 παρ. 1 π.δ. 80/2022) ορίζει ότι «Ο υπολογισμός της αποζημιώσεως γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Κατά τον υπολογισμόν τούτον προκειμένου περί υπαλλήλου, αι μηνιαίαι αυτού αποδοχαί δεν λαμβάνονται υπ’ όψει καθ’ ό ποσόν υπερβαίνουν το οκταπλάσιον του ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου, πολλαπλασιαζόμενον επί τον αριθμόν 30». Περαιτέρω, σύμφωνα με το ά. 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 (ά. 330 παρ. 1 π.δ. 80/2022), «Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το Ι.Κ.Α. μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Η καθυστέρηση δόσης της αποζημίωσης από τις στην παρ. 1 εδ. β του άρθρου 2, οφειλόμενες και η μη καταχώρηση κατά τα ανωτέρω του εργαζόμενου στα Μισθολόγια του Ι.Κ.Α. ή η μη ασφάλισή του συνεπάγονται την ακυρότητα της καταγγελίας και ο διαδραμών χρόνος θεωρείται ως χρόνος συνέχισης της εργασίας του. Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 167, 174, 648, 656, 669 Α.Κ, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι άκυρη αν δεν γίνει εγγράφως και δεν καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Η ακυρότητα είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή μισθών υπερημερίας, είτε να παραιτηθεί ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της, να τη θεωρήσει έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της οφειλόμενης αποζημιώσεως.
III. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 3198/1955 (ά. 340 παρ. 1 και 2 π.δ. 80/2022) «Πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ’ όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξηρτημένης εργασίας. 2. Πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά τον Ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή το Β.Δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 αποζημιώσεως, τυγχάνει απαράδεκτος, εφ’ όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ’ ης κατέστη απαιτητή … ». Η προαναφερθείσα προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 (και της παραγράφου 2 όσον αφορά στην αξίωση προς αποζημίωση απόλυσης) Ν. 3198/1955 είναι αποσβεστική, διότι, όταν παρέλθει άπρακτη, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του μισθωτού να προβάλλει την ακυρότητα της καταγγελίας (άρθρ. 279 ΑΚ) και συνεπώς λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρ. 280 ΑΚ), αποσκοπεί δε στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, των αξιώσεων των εργαζομένων που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτών, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη. Έτσι, στην περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης αόριστου χρόνου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 241 εδ. α’ του ΑΚ, η οποία ισχύει και για την εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.3198/1955, η προθεσμία αυτή αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που έλαβε χώρα το γεγονός της καταγγελίας από τον εργοδότη και περιήλθε αυτή στον μισθωτό και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, αν δε αυτή είναι κατά νόμο εορτάσιμη (μη εργάσιμη), με την παρέλευση ολόκληρης της επόμενης εργάσιμης ημέρας, σύμφωνα με τα άρθρα 242 και 243 εδ. β ΑΚ (ΑΠ 572/2018, 524/2018, ΑΠ 1157/2018, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 1387/2015, ΛΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008, ιστοσελίδα ΑΠ). Η μη επίδοση, δηλαδή, της αγωγής περί της ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ’ ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτήν ουσιαστικές αξιώσεις, όπως την αξίωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας ή απασχόλησης του μισθωτού. Επομένως, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία καθίσταται έγκυρη- του μισθωτού δικαιούμενου να ζητήσει μόνον την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης – και η σχετική, με βάση την ακυρότητα, αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 113/2019, ιστοσελίδα ΑΠ, ΜΕφΑθ 313/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
IV. Σύμφωνα με το ά. 6 παρ. 3 Ν. 4808/2021 (ά. 339 παρ. 3 π.δ. 80/2022), «3. Εάν η απόλυση πάσχει για λόγο διαφορετικό από τους λόγους των παρ. 1 «και 1α» , το δικαστήριο, αντί οποιοσδήποτε άλλης συνέπειας, μετά από αίτημα είτε του εργαζομένου είτε του εργοδότη, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως, την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη». Η επιδίκαση της πρόσθετης αποζημίωσης προϋποθέτει ότι η σχετική αγωγή είχε ασκηθεί εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του ά. 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955 (ά. 340 παρ. 1 π.δ. 80/2022), καθώς η καταβολή της συνδέεται αμέσως με την ακυρότητα, η αναγνώριση της οποίας μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικά.
V. Στην υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι προσελήφθη από την εναγομένη την 01.02.2019 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος (πωλητής), απασχολούμενος στις εγκαταστάσεις της στην Αθήνα. Ότι παρείχε την εργασία του από Δευτέρα έως Παρασκευή εβδομαδιαίως κατά πλήρες ωράριο έναντι του κατώτατου νόμιμου μισθού, σύμφωνα με τη συμφωνία τους. Ότι εργάστηκε αδιαλείπτως έως την 15.04.2022, όταν η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Ότι είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη το χρόνο προϋπηρεσίας του, ο οποίος έως την 14.02.2012 υπερέβαινε τα εννέα έτη. Ότι η εναγομένη δεν του έχει καταβάλει τα ειδικώς αναφερόμενα στην αγωγή του ποσά, τα οποία αντιστοιχούν σε δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας καθώς και την αποζημίωση απόλυσης. Με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων αιτείται εκ της σύμβασης εργασίας του, άλλως επικουρικώς, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τα καταβάλει ποσό 15.936,95 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας, όπως τα ποσά αυτά αναλύονται στην αγωγή, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ποσό 7.182,50 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης και πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης κατά το ά. 66 παρ. 4 Ν. 4808/2021, όπως τα ποσά αυτά αναλύονται στην αγωγή, των ποσών των υπό στ. α και β αιτημάτων νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη απαιτητή, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του χορηγήσει, εν όψει της άρνησής της προς τούτο, το κατ’ ά. 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της να καταδικασθεί κατ’ ά. 946 ΚΠολΔ στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 10.000,00 ευρώ, δ) να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και ε) να καταδικασθεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη.
Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (ά. 14 παρ. 2, 16. αρ. 3, ως ίσχυαν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών άρθρα 614 αρ. 3 και 621 – 622 ΚΠολΔ), ενώ για το παραδεκτό της συζήτησής της, έχει προσκομιστεί το έγγραφο που προβλέπεται στο ά. 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019 περί ενημέρωσης του ενάγοντος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση (βλ. προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από 10. 10.2022 οικεία έγγραφη ενημέρωση). Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή έχει μεν ασκηθεί παραδεκτώς ως προς το αίτημα αποζημίωσης απόλυσης, ήτοι εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του ά. 6 παρ. 2 Ν. 3198/1955 (ά. 340 παρ. 2 π.δ. 80/2022), ωστόσο, απαραδέκτως ως προς το αίτημα περί καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης του ά. 66 παρ. 4 Ν. 4408/2021 (ά. 339 παρ. 3 π.δ. 80/2022), καθώς η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε παρελθούσης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας (βλ. ανωτέρω νομική σκέψη υπό στ. Ill και IV) της διάταξης του ά. 6 παρ.1 Ν. 3198/1955 (ά. 340 παρ. 1 π.δ 80/2022), και η οποία λαμβάνεται υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ως αφορούσα στην έγερση αξιώσεων συνέπεια της φερόμενης ως άκυρης από 15.04.2022 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, καθόσον, με επικαλούμενο τον ανωτέρω χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και της λύσης της σύμβασης, η επίδοση της υπό κρίση αγωγής έλαβε χώρα την 14.10.2022 (βλ. ανωτέρω αναφερόμενη έκθεση επίδοσης). Προσέτι, η υπό κρίση αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, καθώς περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική της πληρότητα και τη στοιχειοθέτηση των αιτημάτων της, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των ά. 340, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 655, 669, 678 ΑΚ, ά. 1 παρ. 1, 2 και 3 Ν. 1082/1980 (ά. 135 π.δ. 80/2022), ά. 1 παρ. 1, 2 και 3, ά. 3 παρ. 1, ά. 6, ά. 10 παρ. 1 της ΚΥΑ 19040/1981 (ά. 136 – 142 π.δ. 80/2022), ά. 1, 2 παρ. 1, 4 Ν. 539/1945 (ά. 210, 211 και 214 π.δ. 80/2022), ά. 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 (ά. 213 π.δ. 80/2022), ά. 3 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 (ά. 323 παρ. 1 π.δ. 80/2022), ά. 5 παρ. 1 και 3 Ν. 3198/1955 (ά. 327 παρ. 1 και 330 παρ. 1 π.δ. 80/2022), ά. 176, 191 παρ. 2,907,908 παρ. 1 περ. ε’, 910 αρ. 4, 946 ΚΠολΔ. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δοθέντος ότι δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, διότι το αιτούμενο καταψηφιστικό ποσό δεν υπερβαίνει το ποσό των 30.000,00 ευρώ (ά. 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το ά. 50 Ν. 5134/2024, με έναρξη ισχύος την 16.09.2024).
VI. Από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται κατωτέρω και λαμβάνονται υπ’ όψιν στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά, είτε για να χρησιμεύσουν (τα έγγραφα) προς πλήρη απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 338, 339 ΚΠολΔ) και από όλη εν γένει την διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικ: Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη την 01.02.2019 δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως υπάλληλος με την ειδικότητα του πωλητή, απασχολούμενος στις εγκαταστάσεις της στην Αθήνα. Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εργασίας, ο ενάγων παρείχε την εργασία του από Δευτέρα έως Παρασκευή κατά πλήρες ωράριο έναντι του εκάστοτε ισχύοντος κατώτατου νόμιμου μισθού. Κατά το χρόνο πρόσληψης ο ενάγων γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι έως την 14.02.2012 είχε προϋπηρεσία άνω των εννέα ετών (βλ. προσκομιζόμενο και επικαλούμενο αναλυτικό ιστορικό ασφάλισης με ημερομηνία εκτύπωσης 25.11.2024 και προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό πρωτ. 183850/13.07.2023 απόφαση ΕΦΚΑ). Επομένως, ο μηνιαίος μισθός του διαμορφωνόταν σε 650,00 ευρώ (νόμιμος κατώτατος μισθός από 01.02.2019 σύμφωνα με την Υ.Α. 4241/127/30.01.2019 – ΒΊ73) πλέον προσαύξησης προϋπηρεσίας 30%, ήτοι σε ποσό 845,00 ευρώ, από δε την 01.01.2022 σε ποσό 663,0 ευρώ (νόμιμος κατώτατος μισθός από 01.01.2022 σύμφωνα με την Υ.Α. 107675/27.12.2021 – Β’ 6263) πλέον προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας 30%, ήτοι σε 861,90 ευρώ. Ωστόσο, η εναγόμενη, καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης εργασίας και παρά τις διαμαρτυρίες του, του κατέβαλε μισθό υπολειπόμενο του νομίμου και συγκεκριμένα ποσό 650,00 ευρώ, το οποίο του κατέβαλε με καθυστέρηση και με τμηματικές καταβολές έναντι της μισθοδοσίας του. Τη δε 15.04.2022 η εναγόμενη προέβη σε καταγγελία χωρίς προειδοποίηση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, χωρίς, ωστόσο, να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Συνεπεία των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα: 1. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2019, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 2. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2019, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 3. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2019, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 4. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2019, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 5. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2019, ποσό 195.0 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 6. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2019, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 7. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2019, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 8. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2019, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 9. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2019, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός 650,00 ευρώ που έλαβε), 10. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου.2019, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 11. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2019, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 12. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2020, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 13. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2020, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 14. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2020, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 15. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2020, ποσό 41,60 ευρώ (845,00 ευρώ /25 Χ4 ημέρες εργασίας = 135,20 ευρώ – 93,60 ευρώ που έλαβε), 16. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2020, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 17. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2020, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 18. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2020, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 19. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2020, ποσό 545,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 300,00 ευρώ που έλαβε), 20. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2020, ποσό 845,00 ευρώ, 21. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2020, ποσό 202,80 ευρώ (845,00 ευρώ/ 25 X 6 ημέρες εργασίας), 22. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μάιου 2021, ποσό 845,00 ευρώ, 23. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2021, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 24. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2021, ποσό 845,00 ευρώ, 25. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2021, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 26. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2021, ποσό 845,00 ευρώ, 27. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2021, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 28. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2021, ποσό 195,00 ευρώ (845,00 ευρώ ο νόμιμος μισθός – 650,00 ευρώ που έλαβε), 29. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2021, ποσό 845,00 ευρώ, 30. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2022, ποσό 861,90 ευρώ, 31. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2022, ποσό 861,90 ευρώ, 32. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2022, ποσό 861,90 ευρώ, 33. Για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2024, ποσό 482,66 ευρώ (861,90 ευρώ / 25 ημέρες X 14 ημέρες εργασίας), 34. Για αναλογία επιδόματος εορτής Πάσχα 2019 ποσό 75,38 ευρώ [845,00 ευρώ / 2 = 422,50 X 1/15 = 28,17 ευρώ X 11,125 8ήμερα = 313,39 ευρώ + (313,39 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση επιδόματος αδείας)13,05 ευρώ = 326,44 ευρώ – 251,06 ευρώ που έλαβε], 35. Για αναλογία επιδόματος εορτής Πάσχα 2020 ποσό 79,61 ευρώ [845,00 ευρώ / 2 = 422,50 ευρώ X 1/15 = 28,17 ευρώ X 11,75 8ήμερα = 330,96 ευρώ + (330,96 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση επιδόματος αδείας) 13,78 ευρώ = 344,75 ευρώ – 265,14 ευρώ που έλαβε], 36. Για αναλογία επιδόματος εορτής Πάσχα 2022 ποσό 392,79 ευρώ [861,90 ευρώ 12 = 430,95 ευρώ X 1/15 = 28,73 ευρώ X 13,125 8ήμερα = 377,08 ευρώ + (377,08 ευρώ X 0,04166 (προσαύξηση επιδόματος αδείας) 15,71 ευρώ], 37. Για επίδομα εορτής Χριστουγέννων 2019 ποσό 213,12 ευρώ [845,00 ευρώ + (845,00 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση επιδόματος αδείας) 35,20 ευρώ = 880,20 – 667,08 ευρώ που έλαβε], ωστόσο, θα επιδικασθεί ποσό 203,12 ευρώ, το οποίο είναι το αιτούμενο (ά. 106 ΚΠολΔ), 38. Για αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων 2020 ποσό 344,17 ευρώ [845,00 ευρώ X 2/25 = 67,6 ευρώ X 10 19ήμερα = 676,00 ευρώ + (676,00 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση επιδόματος αδείας) 28,16 ευρώ = 704,17 ευρώ – 360,00 ευρώ που έλαβε], 39. Για επίδομα εορτής Χριστουγέννων 2021 880,20 ευρώ [845,00 ευρώ + (845,00 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση επιδόματος αδείας) 35,20 ευρώ], 40. Για επίδομα αδείας 2019 ποσό 97,50 ευρώ (845,00 ευρώ / 2 = 422,50 ευρώ – 325,00 ευρώ που έλαβε), 41. Για επίδομα αδείας 2020 ποσό 97,50 ευρώ (845,00 ευρώ / 2 = 422,50 ευρώ – 325,00 ευρώ που έλαβε), 42. Για επίδομα αδείας 2021 ποσό 97,50 ευρώ (845,00 ευρώ 12 = 422,50 ευρώ – 325,00 ευρώ που έλαβε), 43. Για επίδομα αδείας 2022 ποσό 430,95 ευρώ (861,90 ευρώ / 2), 44. Για αποδοχές μη ληφθείσης αδείας ποσό 430,95 ευρώ (861,90 ευρώ / 2). 45. για αποζημίωση απόλυσης ποσό 2.011,10 ευρώ [ήτοι 861,90 ευρώ X 2 μήνες = 1.723,80 ευρώ + (1.723,80 ευρώ X 1/6 για αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας) 287,30 ευρώ]
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 12.177,76 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές χρονικού διαστήματος από 01.02.2019 έως 15.04.2022, το ποσό των 547,78 ευρώ για αναλογία επίδομα εορτής Πάσχα ετών 2019, 2020 και 2022, το ποσό των 1.439,49 ευρώ για επίδομα εορτής Χριστουγέννων έτους 2019, αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων έτους 2020 και επίδομα εορτής Χριστουγέννων έτους 2021, το ποσό των 1.154,40 ευρώ για επίδομα αδείας ετών 2019, 2020, 2021 και 2022 και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας έτους 2022, και συνολικά το ποσό των 15.317,43 ευρώ, καθώς και ποσό 2.011,10 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο: α) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε δεδουλευμένες αποδοχές από την επόμενη ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο του ανωτέρω επιδικασθέντος ποσού κατέστη απαιτητό, ήτοι από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση, β) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επίδομα εορτών Πάσχα από την επομένη της 30ης Απριλίου του έτους που καθένα από αυτά οφείλεται, αφού για αυτά έχει ορισθεί επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (άρθρο 10 της Υ.Α. 19040/1981 και ήδη ά. 142 π.δ. 80/2022), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας ο εργοδότης να γίνεται υπερήμερος και να οφείλει τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τα άρθρα 341 και 345 ΑΚ, γ) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επίδομα εορτών Χριστουγέννων από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου του έτους που καθένα οφείλεται, αφού για αυτά έχει ορισθεί επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (άρθρο 10 της Υ.Α. 19040/1981;και ήδη ά. 142 π.δ. 80/2022), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας ο εργοδότης να γίνεται υπερήμερος και να οφείλει τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τα άρθρα 341 και 345 ΑΚ, δ) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επιδόματα αδείας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους που καθένα από αυτά αφορά, αφού γι’ αυτές τις εργατικές απαιτήσεις τάσσεται από το νόμο επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες, ε) για την επιδικασθείσα αξίωση που αφορά στην αποζημίωση απόλυσης από την επομένη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η οποία έλαβε χώρα την 15.04.2022, ήτοι από την 16.04.2022, και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. Το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη, αφενός διότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις (άρθρα 907,908 παρ.1 περ. ε’ και 910 αρ. 4 ΚΠολΔ) και αφετέρου διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα. Επιπλέον, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη, εν όψει της αρνήσεώς της, να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας κατ’ ά. 678 ΑΚ, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του. Τέλος, πρέπει να οριστεί παράβολο ερημοδικίας, κατ’ ά. 495 επ., 501, 505 αρ. 2 β και 591 παρ.1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που η εναγόμενη ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης και να καταδικασθεί η τελευταία, που ηττήθηκε εν μέρει, στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εναγομένης.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για τις αναλυτικά αναφερόμενες στο ιστορικό της παρούσας αιτίες το συνολικό ποσό των δεκαεπτά χιλιάδων τριακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και πενήντα τριών λεπτών (17.328,53 ευρώ), με το νόμιμο τόκο: α) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε δεδουλευμένες αποδοχές εξ ευρώ δώδεκα χιλιάδων εκατόν εβδομήντα επτά και εβδομήντα έξι (12.177,76 ευρώ) από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση, β) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επίδομα εορτών Πάσχα εξ ευρώ πεντακοσίων σαράντα επτά και εβδομήντα οκτώ (547,78 ευρώ) από την επομένη της 30ης Απριλίου του έτους που καθένα από αυτά οφείλεται, γ) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επίδομα εορτών Χριστουγέννων εξ ευρώ χιλίων τετρακοσίων τριάντα επτά και σαράντα εννέα (1.437,49 ευρώ) από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου του έτους που καθένα οφείλεται, δ) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επιδόματα αδείας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας εξ ευρώ χιλίων εκατόν πενήντα τεσσάρων και σαράντα (1.154,40 ευρώ) από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους που καθένα από αυτά αφορά, ε) για την επιδικασθείσα αξίωση που αφορά στην αποζημίωση απόλυσης εξ ευρώ δύο χιλιάδων έντεκα και δέκα (2.011,10 ευρώ) από την 16.04.2022, και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη και ως προς το ποσό των δώδεκα χιλιάδων εκατόν εβδομήντα επτά ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (12.177,76 ευρώ), το οποίο αφορά σε δεδουλευμένες αποδοχές περιόδου 01.02.2019 έως 15.04.2022.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη σε χρηματική ποινή, ποσού εκατό (100) ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της στην αμέσως παραπάνω διάταξη.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 11 Απριλίου 2025.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies