Περίληψη:
Υπόθεση: Εργατική διαφορά μεταξύ εργαζομένου (γραφίστα) και εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, που αφορά αξιώσεις δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων και πρόσθετης αποζημίωσης λόγω άκυρης καταγγελίας σύμβασης εργασίας. Συνεκδικάστηκαν δύο αγωγές του ενάγοντος κατά της εναγόμενης, που απέρρεαν από το ίδιο εργασιακό συμβάν.
Πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως γραφίστας, εργαζόμενος σε πενθήμερη βάση με πλήρες ωράριο. Η μηνιαία αμοιβή του ανερχόταν σε 2.212,39 ευρώ μικτά, εκ των οποίων μέρος καταβαλλόταν σε μετρητά εκτός τραπεζικού λογαριασμού κατόπιν άτυπης συμφωνίας. Η εργοδότρια περιέκοψε το τμήμα του μισθού που έδινε σε μετρητά. Ο ενάγων κατέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας και στο δικαστήριο, εκδόθηκε πρωτόδικη και εν συνεχεία τελεσίδικη απόφαση υπέρ του για δεδουλευμένες αποδοχές προγενέστερου χρονικού διαστήματος. Παρά ταύτα, η εναγόμενη συνέχισε να καταβάλλει μειωμένες αποδοχές. Έναν μήνα μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, ενώ εκκρεμούσε νέα αγωγή του για διαφορές αποδοχών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος. Ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία αποτέλεσε αντίποινα για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Ζητήματα: 1. Αν η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και άδειας για το επίδικο χρονικό διάστημα (Αγωγή Α). 2. Αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη ως αντίδραση στην ενάσκηση νομίμων δικαιωμάτων του, και αν δικαιούται πρόσθετη αποζημίωση κατά το άρθρο 350 παρ. 4 και 5 ΠΔ 62/2025 (Αγωγή Β). 3. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμιμου μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 350 παρ. 3 ΠΔ 62/2025 και αντιστροφής του βάρους απόδειξης.
Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: 1. Άρθρο 246 ΚΠολΔ (συνεκδίκαση υποθέσεων). 2. Άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 Ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 (καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου). 3. Άρθρο 281 ΑΚ (καταχρηστική άσκηση δικαιώματος – καταχρηστική καταγγελία). 4. Άρθρα 174, 180 ΑΚ (ακυρότητα δικαιοπραξίας). 5. Άρθρα 349, 350, 648, 656 ΑΚ (υπερημερία εργοδότη, αποδοχές). 6. Άρθρο 24 Ν. 4359/2016 (κύρωση Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη). 7. Άρθρο 350 ΠΔ 62/2025 (Κώδικας Εργατικού Δικαίου – απαγορεύσεις καταγγελίας, πρόσθετη αποζημίωση, αντιστροφή βάρους απόδειξης). 8. Άρθρα 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ (δεδικασμένο). 9. Άρθρα 904 επ. ΑΚ (αδικαιολόγητος πλουτισμός, επικουρικώς). 10. Άρθρα 591, 614 αρ. 3, 621 επ. ΚΠολΔ (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών).
Η κρίση του δικαστηρίου: Το Δικαστήριο συνεκδίκασε τις δύο αγωγές λόγω πρόδηλης συνάφειας. Ως προς την Αγωγή Α (δεδουλευμένες αποδοχές): Έγινε δεκτή εν όλω. Με βάση το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, κρίθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται τη διαφορά των δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και επιδόματος άδειας για το επίδικο χρονικό διάστημα, και η εναγόμενη υποχρεώθηκε να καταβάλει συνολικό ποσό 19.425,43 ευρώ νομιμοτόκως. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής απορρίφθηκε. Ως προς την Αγωγή Β (καταγγελία σύμβασης – πρόσθετη αποζημίωση): Έγινε δεκτή εν μέρει. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το νόμιμο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 350 παρ. 3 ΠΔ 62/2025, ήτοι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της δικαστικής και εξώδικης διεκδίκησης των δικαιωμάτων του ενάγοντος και της καταγγελίας της σύμβασής του. Το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στην εναγόμενη, η οποία δεν ανέτρεψε το τεκμήριο. Η καταγγελία κρίθηκε άκυρη ως αντίδραση στην ενάσκηση νομίμων δικαιωμάτων (άρθρο 350 παρ. 1β ΠΔ 62/2025). Ο ενάγων δικαιούται πρόσθετη αποζημίωση ίση με τέσσερις μηνιαίους μισθούς, συνολικού ποσού 8.849,56 ευρώ, λαμβανομένων υπόψη της έντασης του πταίσματος της εργοδότριας και της περιουσιακής κατάστασης των μερών. Συνολικά η εναγόμενη υποχρεώθηκε να καταβάλει 29.212,53 ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης
5950/2026
TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Δικαστή Βασιλική Νικητοπούλου, Πρωτοδίκη, η οποία ορίσθηκε νόμιμα από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα, Νικολέτα Χάλαρη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, την 24η Φεβρουάριου 2026 για να δικάσει την κάτωθι υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: … του …, κατοίκου … (…), με ΑΦΜ …, παρασταθέντος δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου (ΑΜ/ΔΣΑ 29922), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…» και δ.τ. «…», όπως νόμιμα εκπροσωπείται, εδρεύουσα στον … Αττικής, επί της οδού … αρ. …, με ΑΦΜ …, παρασταθείσα δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αριστοτέλη Μερεκούλια (AM. ΔΣΑ 029630), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Ο ενάγων αιτείται, να γίνουν δεκτές Α] η από 20-10-2025 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου Γ.Α.Κ/Ε.Α.Κ …/…/2025 η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 8-1-2026 και μετ’ αναβολή για εκείνη που διαλαμβάνεται στην αρχή της αποφάσεως, οπότε και εκφωνήθηκε στη σειρά της στο οικείο πινάκιο (αρ.7) και συζητήθηκε και Β] η από 3-1-2026 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου Γ.Α.Κ/Ε.Α.Κ …/…/2026 η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που διαλαμβάνεται στην αρχή της αποφάσεως, οπότε και εκφωνήθηκε στη σειρά της στο οικείο πινάκιο (αρ.6) και συζητήθηκε
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ «Το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων». Η συνεκδίκαση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποσκοπεί στην ενοποίηση της διαδικασίας, προς διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης ή προς μείωση των εξόδων, αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, χωρίς, όμως, να επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους (ΑΠ 28/2009, Α’ δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1355/2004 ΕλλΔ/νη 2005, σελ. 1448, ΕφΚρ 114/2009, Α’ δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, εισάγονται προς συζήτηση, κατά τα ως άνω εκτεθέντα, στην ίδια δικάσιμο, η από 20-10-2025 αγωγή, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου Γ.Α.Κ/ΕΑΚ …/…/2025 και η από 3-1-2026 αγωγή, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου Γ.Α.Κ/Ε.Α.Κ …/…/2026, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, οι οποίες δέον να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, καθόσον αφορούν στο ίδιο επίδικο βιοτικό συμβάν (διαφορές που απορρέουν από το κύρος της ίδιας σύμβασης εργασίας) υπάγονται στην ίδια διαδικασία και στην καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα του ιδίου Δικαστηρίου, από την ένωση δε και συνεκδίκασή τους διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται μείωση των εξόδων αυτής, ενώ, παράλληλα, αποφεύγεται ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για το ίδιο προς απόδειξη θέμα (άρθρα 31 παρ. 2, 3,246, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού με βάση τη σύμβαση εργασίας, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 1804/2022, 751/2020, 179/2016, 601/2013). Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 1804/2022, 751/2020, 179/2016, 1249/2014). Περαιτέρω, κατάχρηση υφίσταται και όταν με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και απορρέει από τη διάταξη του άρθρου … παρ. 1 του Συντάγματος, έχει την έννοια ότι κατά την ενάσκηση δικαιώματος πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ του, εκάστοτε, χρησιμοποιούμενου μέσου και του, αντιστοίχως, επιδιωκομένου σκοπού (ΑΠ 541/2018, 1889/2017, 897/2012). Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 367/2025, 114/2019, 1173/2017, 244/2017, 769/2016). Δεν συντρέχει, όμως, καταχρηστική καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος- εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς το όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 του ΑΚ (ΑΠ 642/2021, ΑΠ 1267/2019, ΑΠ 729/2018, ΑΠ 77/2013, ΜονΕφΑΘ 1971/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του, εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία, η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 642/2021, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 904/2012, ΜονΕφΛαμ 25/2022, ΜονΕφθεσ 295/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το, ως άνω, νομικό καθεστώς δεν άλλαξε μετά την κύρωση (άρθρο πρώτο του Ν. 4359/2016, που ισχύει από 20.01.2016) από την Ελλάδα του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (εφεξής Αναθ.Ε.Κ.Χ.). Το άρθρο 24 του Ν. 4359/2016 προβλέπει πέραν του δικαιώματος «…όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας» (εδ. α’) και «το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση» (εδ. ’β). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου: «Με το άρθρο 24 αναγνωρίζεται το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μην απομακρύνονται από την εργασία τους χωρίς βάσιμη αιτία και, στην περίπτωση που συμβεί αυτό, να υπάρξει επαρκής αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη συνδρομή. Ο εργαζόμενος, στην περίπτωση αυτή, έχει το δικαίωμα προσφυγής σε ανεξάρτητο όργανο». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, ακόμη και αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται. Η, ως άνω, προστασία των εργαζομένων, ήτοι η υποχρέωση του εργοδότη να αποζημιώσει τον εργαζόμενο, εξασφαλίζεται πλήρως, ήδη, πριν την κύρωση του Αναθ.Ε.Κ.Χ., υπό την κείμενη νομοθεσία (Ν. 2112/1920, Ν, 3198/1955, β.δ. 16/18.7.1920, σε συνδυασμό με το Ν. 3899/2010 και Ν. 4093/2012) για κάθε περίπτωση καταγγελίας (με εξαίρεση εκείνη που γίνεται λόγω υποβολής μηνύσεως) και δεν αίρεται ακόμη και όταν ο εργοδότης θα μπορούσε να αποδείξει βάσιμο λόγο για τη λύση του ενοχικού δεσμού. Ως εκ τούτου, η θετική ή αποφατική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής. Γι’ αυτό και το κύρος της ήδη γενομένης καταγγελίας εξακολουθεί να ελέγχεται εξατομικευμένα μόνο με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζόμενου στο αρμόδιο δικαστήριο (ΑΠ 521/2022, ΑΠ 366/2020, ΑΠ 1512/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πέραν της γενικής διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που, κατά τον νόμο, καθιστούν την καταγγελία άνευ ετέρου παράνομη, όπως οι λόγοι ακυρότητας, που καταγράφονται και ομαδοποιούνται, στο τιτλοφορούμενο, Απαγορεύσεις της καταγγελίας και συνέπειες των ελαττωμάτων αυτής, άρθρο 350 του Π.Δ 62/2025, το περιεχόμενο του οποίου έχει ως έξης: 1. Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον: α) Οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής η εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση, ή β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου ή γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, και ακολουθεί ενδεικτική απαρίθμηση κλπ. 2…,3. Αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά, να στηρίξουν την πεποίθηση, ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους λόγους των παρ. 1 και 2 εναπόκειται στον εργοδότη, να αποδείξει, ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο. 4. Εάν η απόλυση πάσχει για λόγο διαφορετικό από τους λόγους των παρ. 1 και 2, το δικαστήριο, αντί οποιοσδήποτε άλλης συνέπειας, μετά από αίτημα είτε του εργαζομένου είτε του εργοδότη, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως, την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη. 5. Ο εργαζόμενος που επικαλείται ελάττωμα της καταγγελίας κατά τις παρ. 1 και 2 δικαιούται να ζητήσει, αντί για την αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των συνεπειών της ακυρότητας, την επιδίκαση της πρόσθετης αποζημίωσης της παρ. 4. 6. Σε αγωγή που περιέχει αίτημα για πρόσθετη αποζημίωση της παρ. 4 κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος της παρ. 5, δεν μπορεί να σωρεύεται αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας, εφόσον τα δύο αιτήματα στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική βάση. Σώρευση των δύο αιτημάτων κατά παράβαση του προηγούμενου εδαφίου, ακόμη και επικουρική, οδηγεί στην απόρριψη αμφοτέρων ως απαράδεκτων. Με το, ως άνω, άρθρο ομαδοποιούνται οι περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και περιλαμβάνονται σε ενιαία διάταξη οι περιπτώσεις προστασίας του εργαζόμενου από την καταγγελία. Πιο συγκεκριμένα παρατίθενται περιπτώσεις, όπου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη για συγκεκριμένους λόγους, όπως όταν οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου, σε ενάσκηση νόμιμων δικαιωμάτων του ή όταν αντίκειται σε ειδική διάταξη νόμου και με αυτήν διακρίνονται, μεταξύ των ελαττωματικών απολύσεων, αυτές που απαγορεύονται ρητώς στον νόμο και οι λοιπές. Πιο σημαντική, όμως, και πρωτοποριακή είναι η γενική πρόβλεψη, ότι απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε απόλυση που γίνεται ως αντίδραση για την άσκηση οποιουδήποτε νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου. Η προσθήκη της αντίδρασης σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος, ως λόγου, που καθιστά μια απόλυση άκυρη, προσφέρει προστασία πιο διευρυμένη για τους εργαζομένους σε σχέση με τη δυνατότητα που είχαν να αναγνωρίζεται η ακυρότητα μιας απόλυσης, βάσει του άρθρου 281 του ΑΚ. Συγκεκριμένα, η απόλυση που γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη, χωρίς να απαιτείται να ελέγχεται, εάν η καταγγελία τυχόν υπερέβη τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Η προστασία των εργαζομένων ενισχύεται και από την πρόβλεψη της παρ. 3, του ίδιου άρθρου δια της οποίας εισάγεται αποδεικτική διευκόλυνση προς τον εργαζόμενο, ο οποίος ζητά να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, όταν αυτή συνιστά αντίδραση στην άσκηση κάποιου νόμιμου δικαιώματος του. Κατά την άποψη που υιοθετεί το Δικαστήριο αυτό, η διάταξη εισάγει νόμιμο μαχητό τεκμήριο, τουτέστιν εάν ο ενάγων αποδείξει με πλήρη απόδειξη τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την βάση του τεκμηρίου, από οποίο τεκμαίρεται η ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι το κίνητρο του εργοδότη ήταν κακόβουλο, επέρχεται πλέον η αντιστροφή του βάρους απόδειξης από τον ενάγοντα στον εναγόμενο, να ανατρέψει το τεκμήριο, αποδεικνύοντας ότι ο λόγος της απόλυσης δεν είναι ο επικαλούμενος στην αγωγή, οφείλοντας να δημιουργήσει πλήρη δικανική πεποίθηση στο Δικαστήριο ότι η καταγγελία δεν έγινε ως αντίποινα στην ενάσκηση του νομίμου δικαιώματος, έχοντας πλέον εκείνος το βάρος της κυρίας περί του αντιθέτου απόδειξης. Αν ανταποκριθεί σε αυτό, αποδεικνύοντας ότι η απόλυση δεν έγινε για τον λόγο που επικαλείται ο ενάγων, ο ισχυρισμός του τελευταίου απορρίπτεται κατ’ ουσίαν, όπως γινόταν δεκτό μέχρι πρόσφατα για τον ισχυρισμό από το άρθρο 281 ΑΚ, για την απόδειξη του οποίου όμως βαρυνόταν ο εργαζόμενος. Αυτή η μετάθεση του βάρους απόδειξης, σημαίνει ότι ο εναγόμενος φέρει πλέον τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή. Δέον ωστόσο να επισημανθεί ότι η αποδεικτική ελάφρυνση, δεν αφορά σε όλα τα επιμέρους στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου, αλλά όπως και στην απαγόρευση διακρίσεων, περιορίζεται στο στοιχείο αυτό ως προς την απόδειξη του οποίου ο εργαζόμενος αντιμετωπίζει πράγματι σημαντικές δυσχέρειες, στην απόδειξη της αιτιότητας της καταγγελίας, γιατί ως προς αυτό ο εργαζόμενος βρίσκεται σε κατάσταση «αποδεικτικής ανάγκης». Η ελάφρυνση όμως δεν φθάνει μέχρι το σημείο να αρκεί η πιθανολόγηση του αιτιώδους συνδέσμου, όπως έχει υποστηριχθεί (βλ. Σχετ. ΜονΠΛαρ 526/2024, ΜΠρΠειρ. 3347/2023 ΤΝΠ NOMOS, Ζερδελή, ΕΠολΔ 2023, 500′ Μπακόπουλο, Η ελαττωματική καταγγελία, σελ. 157 Ί61 Παπαδημητρίου, ΔΕΝ 2022, 221′ Βασιλείου, ΕΕργΔ 2022, 947 επ.), διότι αυτό θα σήμαινε, έστω και στο στάδιο αυτό, μείωση του μέτρου απόδειξης μόνο για τον έναν από τους διαδίκους σε αντίθεση με τους ορισμούς της δικονομικής ισότητας του άρθρου 110 ΚΠολΔ, ως ειδικής εκδήλωσης του άρθρου 4 παρ.1 Σ. {Βλ. σχετ. Εφ Αθ369/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κ. Μακρίδου, Βάρος επικλήσεως και βάρος αποδείξεως στο νέο δίκαιο της καταγγελίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας (άρθρο 350 παρ.3 π.δ 62/2025) σε ΕΠολΔ 2/2025 σελ. 129-139, Μ. Χασιρτζόγλου, Η διευκόλυνση του εργαζόμενου, στην απόδειξη της καταχρηστικότητας, της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του με τους ν. 4808/2021 και 5053/2023 σε ΕλλΔνη 1/2024, σελ. 19-27, βλ. ωστόσο και ΕφΑθ 955/2023, ΤΝΠΝΟΜΟΣ, η οποία υιοθετεί την θέση ότι με την διάταξη καθιερώνεται η εκ πρώτης όψεως (prima facie) απόδειξη για τις προβλεπόμενες κατά τα ανωτέρω περιπτώσεις απαγορευμένης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας}.
3. Κατά το άρθρο 321 του ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 322 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, δημιουργούν όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες. Κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη, στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή, ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (Α.Π. 1550/2010 Δημοσ. ΤΝΠ « Νόμος»). Εξάλλου, το δεδικασμένο που παράγεται από τελεσίδικη δικαστική απόφαση μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Τούτο σημαίνει ότι καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, αλλά και την νομική και ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια του νομικού χαρακτηρισμού, που το Δικαστήριο έδωσε, υπάγοντας συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά στην σχετική διάταξη νόμου, ενώ κατά το άρθρο 331 του ΚΠολΔ, εκτείνεται και σε ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα και καταλαμβάνει και την κρίση, που εξέφερε το αρμόδιο δικαστήριο για μια έννομη σχέση, εφόσον η κρίση αυτή ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως. Συνεπώς, δεδικασμένο δεν υπάρχει αν οι έννομες σχέσεις που διαδοχικά κρίνονται διαφέρουν μεταξύ τους κατά το αντικείμενο ή την ιστορική ή νομική αιτία (Δίον. Κονδύλη – Το δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ, εκδ. 1983, παρ. 31, σελ. 364, Ολ. Α.Π. 1/2005 ΕλλΔνη 46.377, Α.Π. 3/2003 ΕΕργΔ 2003.1282, Α.Π. 34/1992 Αρχ. Νομ. ΜΔ’ 54, Α.Π. 839/2003, Α.Π. 531/2003 Δημοσ. ΤΝΠ «Νόμος», Α.Π. 166/1999 ΕλλΔνη 40.1040 Α.Π. 133/1990 ΔΕΝ 47 1148). Αν υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο καλύπτει το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, δηλαδή τη συγκεκριμένη έννομη σχέση που διαγνώστηκε με την τελεσίδικη απόφαση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει, κατά το αντικείμενο της και την ιστορική και νομική αιτία της, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, η οποία κρίθηκε με αυτή ή των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η σε μεταγενέστερη δίκη αμφισβήτηση της έννομης σχέσης, που αποτελεί τη βάση της αξίωσης και λαμβάνεται υπόψη ως αμάχητη αλήθεια, που δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την εξαφάνιση της απόφασης από την οποία παράγεται, μετά από επιτυχή άσκηση των εκτάκτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της ανα ψηλάφησης, κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο (Α.Π. 515/2007, Α.Π. 369/2004 ΕλλΔνη 2005.1419, Α.Π. 298/2004 ΕλλΔνη 2005.757, Α.Π. 4/2001, Α.Π. 226/2001 ΕλλΔνη 42.683, Α.Π. 1103/2000 ΕλλΔνη 42 1288, Α.Π. 166/1999 ΕλλΔνη 40.1040, Α,Π. 1174/1999 ΕλλΔνη 2000.694, Α.Π. 1186/1993 ΕΕΔ 54.556, Α.Π. 1025/1993 ΕλλΔνη 35.1565, Α.Π. 1017/1992 ΕλλΔνη 35.1046). Ειδικότερα, για την περίπτωση που επιδικάσθηκαν σε εργαζόμενο παροχές και επιδόματα που δικαιούται από το νόμο ή από Σ.Σ.Ε. ή από Δ.Α., η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής, με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο, παράγει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αγωγής με το ίδιο αίτημα, αναφερόμενο στο δικαίωμα του μισθωτού να λάβει διαφορές των ιδίων παροχών και επιδομάτων μεταγενέστερου χρόνου, όχι όμως και παροχές του ίδιου ή μεταγενέστερου χρόνου, που αιτείται ο εργαζόμενος με άλλη νομική βάση και με οριζόμενο από το νόμο τρόπο υπολογισμού αυτών (Α.Π. 166/1999, Α.Π. 145/1999 ΕλλΔνη 40.1040, Α.Π. 798/1994 ΕλλΔνη 36.837, Εφ.Πειρ. 38/1997 ΕλλΔνη 40.372). Η εν λόγω δε απαγόρευση ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του, το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, και όχι από το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (Α.Π 800/1994 ΕλλΔνη 37.121, Εφ.Θεσ. 564/2001 ΕλλΔνη 2001.767, Εφ.Αθ. 5120/1999 Δημος. ΤΝΠ «Νόμος»), όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (Α.Π. 1025/1993 ΕλλΔνη 35.1565, Εφ.Θεσ. 564/2001 ό π., Εφ.Λαρ. 278/2001 ό.π., Ποδηματά, Δεδικασμένο, Τόμος Α\ σελ. 83 επ., σημ. 160, 161, όπου και περαιτέρω παραπομπές).
4. Με την από 20.10.2025 αγωγή (Α) εκτίθεται ειδικότερα ότι την 4.10.2016, ο ενάγων προσλήφθηκε, προκειμένου να εργαστεί, στην επιχείρηση παροχής υπηρεσιών εκτελωνισμού και διαδικτύου, που διατηρεί η εναγόμενη στον …, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος με την ειδικότητα του γραφίστα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, από Δευτέρα έως Παρασκευή και με ημερήσιο οκτάωρο ωράριο εργασίας, από τις 9.00 έως τις 17.00, έναντι μεικτού μηνιαίου μισθού, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή του και ειδικότερα από την 1-3-2022 και εντεύθεν 2.212,39 ευρώ (1.900 ευρώ καθαρές αποδοχές + 312,39 ευρώ εισφορές ασφαλισμένου). Ότι, η εναγόμενη τον απασχολούσε, κατά τη διάρκεια του πενθημέρου, πέραν του συμφωνηθέντος μεταξύ τους ωραρίου εργασίας, χωρίς να λαμβάνει την προβλεπόμενη από το νόμο προσαύξηση για τις πλέον του ωραρίου του ώρες εργασίας, λαμβάνοντας σε μετρητά μέρος του μισθού του, με την εναγόμενη εξ αυτού του λόγου να τον ασφαλίζει πλημμελώς, επί τη βάσει αποδοχών υπολειπόμενών των πραγματικών. Ότι διαμαρτυρήθηκε στην εναγόμενη, για την ως πολιτική της, συνεχίζοντας ωστόσο να παρέχει τις υπηρεσίες του, με την τελευταία να κωφεύει στις αιτιάσεις του και αποκορύφωμα τον Νοέμβριο του έτους 2023 να του καταβάλλει υπολειπόμενο του συμφωνηθέντος ποσού του μηνιαίου μισθού του, με την αιτιολογία ότι θα πραγματοποιείται μηνιαία παρακράτηση έως συμπληρώσεως του ποσού των 3.245,56 ευρώ, το οποίο εισέπραξε ο ενάγων ως παροχή λόγω μη οικειοθελούς αποχώρησης του οπό εταιρικό ομαδικό συνταξιοδοτικό/αποταμιευτικό πρόγραμμα και το οποίο η εναγόμενη εσφαλμένα υπολάμβανε ότι ανήκει σε αυτήν και όχι στον ίδιο. Ότι ο ενάγων για όλα τα ανωτέρω κατέφυγε ήδη στις δικαστικές αρχές, αξιώνοντας να του καταβληθούν μεταξύ άλλων απαιτήσεων, οι δεδουλευμένες αποδοχές, των μηνών Νοεμβρίου έως και Μαρτίου 2024, εκδοθείσας σχετικώς της υπ’ αριθμ. 337/2025 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία επιδίκασε το σύνολο των αξιώσεων του ενάγοντος που άπτονταν των δεδουλευμένων αποδοχών των ως άνω διαλαμβανόμενων μηνών, εκκρεμούσης πλέον της εκδίκασης της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό. Ότι παρά της εκδόσεως της ως άνω δικαστικής αποφάσεως η εναγόμενη εργοδότρια του, συνεχίζει να του καταβάλει αποδοχές υπολειπόμενες των συμβατικών, τουτέστιν με την ένδικη αγωγή του αξιώνει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει: για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και επιδόματα άδειας των ετών 2024-2025, συνολικώς το ποσό των 19.425,43 ευρώ, όπως οι επιμέρους αξιώσεις του επαρκώς εξειδικεύονται στο κρισιολογούμενο δικόγραφο, νομίμως εντόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επικουρικώς, για την περίπτωση που απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής του, θεωρούμενης άκυρης της παρασχεθείσας εργασίας του από οποιαδήποτε αιτία, ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει τα ίδια ως άνω κονδύλια, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, γιατί κατά το ποσό αυτό κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού τα ανωτέρω ποσά θα κατέβαλλε σε οποιονδήποτε τρίτο απασχολούσε στη θέση του με τις ίδιες συνθήκες και όρους με αυτόν, αλλά με έγκυρη σύμβαση εργασίας. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά του έξοδα. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η κρισιολογούμενη αγωγή, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο [άρθρα 7, 9,10,12,14,16 αρ.2, ως οι διατάξεις των άρ. 14 και 16 ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του ν. 5134/2024 {ΦΕΚ Α’ 146/11.9.2024, έναρξη ισχύος 16.9.2024 κατ’ άρθρ. 120 §1 ν 5134/2024), 25 παρ.2, 33 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 4 §1 και 6§ 1 περ. ε’ ν 5108/2024], κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών (άρθρα 591 και 614 αρ. 3 σε συνδυασμό με 621 επ. ΚΠολΔ). Είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει σαφή και επαρκή έκθεση όλων των αναγκαίων στοιχείων και περιστατικών, που απαιτούνται κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα μνημονεύεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, η ειδικότητα και ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος. Περαιτέρω, η αγωγή ως προς την κύρια βάση της είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 345, 346, 648, 653, 655 ΑΚ, 1,5,135 επ, 210,213 Π.Δ 80/2022 (ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο) και ως προς την επικουρική στις διατάξεις 904 επ. ΑΚ, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 176, 907, 908, 910 ΚΠολΔ. Συνεπώς, πρέπει η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος της που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό της αντικείμενο, το οποίο δεν υπερβαίνει το ελάχιστο όριο απαλλαγής των 30.000 ευρώ (άρθρο 50 του ν.5134/2024) ο ενάγων δεν υποχρεούται στην καταβολή -τέλους δικαστικού ενσήμου, για το παραδεκτό δε της συζήτησης της προσκομίσθηκε, με τις προτάσεις, η κατ’ άρθρ. 3 §2 του ν. 4640/2019 με ημερομηνία 15-10-2025 έγγραφη ενημέρωση για τη δυνατότητα επίλυσης της διάφορός με διαμεσολάβηση.
5. Ακολούθως, ο ενάγων, με την από 3-1-2026 αγωγή του (Β), αφού επαναλαμβάνει όσα διελήφθησαν με την ως άνω υπό στοιχεία Α. αγωγή του, προσθέτει ότι εκδοθείσας πλέον της υπ’ αριθμ. 634/2025 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, η οποία έκρινε επί των εκατέρωθεν των διαδίκων ασκηθεισών εφέσεων επί της υπ’ αριθμ. 337/2025 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά το διατακτικό της οποίας απορρίφθηκαν τα ένδικα μέσα και επικυρώθηκε η σε πρώτο βαθμό εκδοθείσα απόφαση, και εκκρεμούσης της εκδικάσεως της ως άνω υπό στοιχεία Α αγωγής του, η εναγόμενη, μη συμμορφούμενη στο διατακτικό των αποφάσεων δεν του κατέβαλε προσηκόντως τον μηνιαίο μισθό του μηνός Οκτωβρίου 2025 και συνακόλουθα την 1-12-2025 κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Με δεδομένα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων, επικαλούμενος, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, καθότι αντιβαίνει στην διάταξη του άρθρου 350 του Π.Δ 62/2025, επικουρικώς στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δοθέντος ότι αποτέλεσε αντίδραση στην εκ μέρους του ενάγοντος δικαστική και εξώδικη ενάσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του αιτείται: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 1.12.2025 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, κατά τα ανωτέρω διαληφθέντα, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες του, υπό τους ίδιους όρους με τους οποίους εργαζόταν, προ της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, καταδικαζόμενη σε χρηματική ποινή ύψους 50.000 ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της στο διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει την διαφορά επί των δεδουλευμένων αποδοχών του μηνός Οκτωβρίου 2025 και για μισθούς υπερημερίας πλέον επιδομάτων εορτών – άδειας του χρονικού διαστήματος από τον Δεκέμβριο του έτους 2025 έως και τον Δεκέμβριο του 2026, το συνολικό ποσό των 34.449,81 ευρώ, λόγω της υπερημερίας της ως εργοδότη στην οποία και περιήλθε λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, νομιμότοκα από τη δήλη ημέρα καταβολής εκάστου επιμέρους κονδυλίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής, δ) καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για τη ηθική βλάβη που υπέστη, από την εργοδότρια αντίδικό του, και δη λόγω του ότι επλήγη η επαγγελματική του υπόσταση, δια της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του Επικουρικώς αξιώνει να του καταβληθεί, ως πρόσθετη αποζημίωση, εκ των παραγράφων 4&5 του άρθρου 350 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, το ποσό των 25.811,2 ευρώ, αντιστοιχούν στο διπλάσιο της κατά νόμο αποζημίωσης, νομιμοτόκως από της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας έως εξοφλήσεως. Επικουρικώς, για την περίπτωση που απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής του, θεωρούμενης άκυρης της παρασχεθείσας εργασίας του από οποιαδήποτε αιτία, ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει τα ίδια ως άνω κονδύλια, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, γιατί κατά το ποσό αυτό κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού τα ανωτέρω ποσά θα κατέβαλλε σε οποιονδήποτε τρίτο απασχολούσε στη θέση του με τις ίδιες συνθήκες και όρους με αυτόν, αλλά με έγκυρη σύμβαση εργασίας. Παρεπομένως αιτείται να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις και να καταδικασθεί η εναγόμενη στα δικαστικά του έξοδα. Ο ενάγων, α) κατά τη συζήτηση της αγωγής, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και εξειδικεύεται και αναλύεται και με τις προτάσεις του, παραιτήθηκε παραδεκτώς από τα αιτήματα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και της καταδίκης της εναγόμενης σε καταβολή μισθών υπερημερίας, εμμένοντας αντί αυτών, στο επικουρικό αίτημα της αγωγής του ήτοι να του καταβληθεί, ως πρόσθετη αποζημίωση, εκ των παραγράφων 4 &5 του άρθρου 350 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, το ποσό των 25.811,2 ευρώ, νομιμοτόκως από της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας έως εξοφλήσεως. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή, η οποία για το αίτημα της επιδίκασης πρόσθετης αποζημίωσης σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 350 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ 62/2025), έχει ασκηθεί εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 351 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, καθώς με επικαλούμενο από τον ενάγοντα χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του την 1-12-2025 η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη την 7-1-2026 (βλ. την υπ’ αριθμ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), για το παραδεκτό δε της συζήτησης της προσκομίσθηκε, με τις προτάσεις, η κατ’ άρθρ. 3 §2 του ν. 4640/2019 με ημερομηνία 15-12-2025 έγγραφη ενημέρωση για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση, παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο [άρθρα 7, 9,10,12,14,16 αρ.2, ως οι διατάξεις των άρ. 14 και 16 ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του ν. 5134/2024 (ΦΕΚ Α’ 146/11.9.2024, έναρξη ισχύος 16.9.2024 κατ’ άρθρ, 120 §1 ν.5134/2024), 25 παρ.2, 33 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 4 §1 και 6§ 1 περ. ε’ ν 5108/2024], κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών (άρθρα 591 και 614 αρ 3 σε συνδυασμό με 621 επ. ΚΠολΔ). Σημειωτέον απορριπτόμενου του περί αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης, μετά την παραδεκτή παραίτηση του ενάγοντος από τα αιτήματα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας και επιδίκασης μισθών υπερημερίας, παραδεκτώς αξιώνεται μόνο η πρόσθετη αποζημίωση, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 350 ΠΔ 62/2025. Ακολούθως κρίνεται, αρκούντως, ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθ. 281, 341, 345, 346, 648, 649, 653 ΑΚ, 1,6 Π.Δ 62/2025 (ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο) και άρ. 5 του άρθρου 350 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ 62/2025), και ως προς την επικουρική βάση στις διατάξεις 904 επ ΑΚ, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 907,908 παρ. 1ε’, 176,191 παρ.2 ΚΠολΔ, πλην (α) του αγωγικού αιτήματος περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο ελέγχεται απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθώς μόνη η άκυρη απόλυση του μισθωτού, είτε για τυπικούς λόγους είτε λόγω παράβασης των επικαλούμενων στην αγωγή άρθρων, δεν συνιστά καθ’ εαυτή προσβολή της προσωπικότητάς του, στην προκείμενη, δε, περίπτωση ο ενάγων δεν ιστορεί στην αγωγή της ειδικότερες συνθήκες ή συγκεκριμένη συμπεριφορά της εναγόμενης μειωτική προς την προσωπικότητά του, κατά τις εκφάνσεις της τιμής της και της επαγγελματικής της αξίας, που να της προκάλεσε για κάποιο συγκεκριμένο λόγο την επικαλούμενη προσβολή και, συνακολούθως, ηθική βλάβη, αλλά περιορίζεται στην έκθεση των συνεπειών που συνεπάγεται η διακοπή της απασχόλησής του, ενώ, περαιτέρω, το γεγονός και μόνο της από μέρους της εναγόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ακόμη και για λόγους εκδίκησης, δεν επιφέρει άνευ άλλου τινός και προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος εάν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα περιστατικά που να θίγουν αυτόν στον επαγγελματικό ή κοινωνικό του κύκλο (πρβλ. ΑΠ 487/2019, καθώς και ΑΠ 105/2020 και ΜΠΑ 280/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. και Δ. Ζερδελή, Εγχειρίδιο Εργατικού Δικαίου – Ατομικές Εργασιακές Συμβάσεις, Η’ έκδ., σελ. 746) και (β) του αιτήματος περί τοκοφορίας της αξιώσεως πρόσθετης αποζημίωσης για την οποία δεν υφίσταται δήλη ημέρα εκ του νόμου και δεν τοκοφορεί από την ημεροχρονολογία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εφόσον δεν προκύπτει ότι προηγήθηκε προηγούμενη όχληση της εναγομένης σχετικώς, το αίτημα καθίσταται νόμιμο από της επιδόσεως της κρισιολογούμενης αγωγής. Έτι περαιτέρω μη νόμιμο αξιολογείται το αίτημα περί επιδίκασης πρόσθετης αποζημίωσης, επί τη βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς σε περίπτωση που καθ’ οιανδήποτε τρόπο η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κριθεί άκυρη, δεν έχει ο ενάγων αξίωση να αναγνωρισθεί αφενός μεν η ακυρότητα της καταγγελίας της σχέσης εργασίας αφετέρου δε να εξακολουθήσει ο εργοδότης να τον απασχολεί χωρίς την θέληση του και συνακόλουθα, εξ αυτού του λόγου, μη νόμιμα αξιώνεται πρόσθετη αποζημίωση, δικαίωμα που χορηγείται στον εργαζόμενο αντί των αμέσως προηγούμενων. Συνεπώς, πρέπει η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος της που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό της αντικείμενο, το οποίο δεν υπερβαίνει το ελάχιστο όριο απαλλαγής των 30.000 ευρώ (άρθρο 50 του ν.5134/2024) ο ενάγων δεν υποχρεούται στην καταβολή -τέλους δικαστικού ενσήμου.
6. Η εναγόμενη συνομολογεί το πεδίο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της καθώς και την πρόσληψη του ενάγοντος εργαζομένου κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, υπό την ιδιότητα του γραφίστα καθώς και την προγενέστερη της άσκησης των προκείμενων αγωγών αντιδικία, με την επίλυση της διαφοράς δια της εκδόσεως εισέτι τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως. Κατά τα λοιπά αρνείται, αιτιολογημένα, την ιστορική βάση της αγωγής. Έτι περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η ένδικη υπό στοιχείο Α αγωγή είναι καταχρηστική, καθόσον ο ενάγων αμέσως μετά την έκδοση της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως, επί αγωγής δια διαφορές αποδοχών προγενέστερου χρονικού διαστήματος, προέβη στην άσκησή της, προκειμένου να διατηρεί στο διηνεκές στην αντιδικία τους, αν και η ίδια είχε δηλώσει ότι θα συμμορφωθεί με το διατακτικό της αποφάσεως και είχε πρόθεση να καταβάλει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, τμηματικά, ώστε να μην διακυβευθεί ενόψει και των λοιπών υποχρεώσεών της η εύρυθμη λειτουργίας της. Εντούτοις δια των ως άνω εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών, δεν θεμελιώνεται το πραγματικό του κανόνα δικαίου της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς η πρόθεση εν γενεί της εναγομένης να καταβάλει στο μέλλον οφειλόμενες αποδοχές και σταδιακά, δεν μπορεί να αποτρέψει από τον εργαζόμενο να εξοπλίσει την απαίτηση του με εκτελεστό τίτλο. Σημειωτέον το αίτημα να επιδικάσει το Δικαστήριο τις δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντος σε δόσεις, κρίνεται μη νόμιμο καθώς ο τρόπος αυτός καταβολής έχει θεσπιστεί σε αξιώσεις αποζημιωτικής φύσεως (αποζημίωση απόλυσης – αποζημίωση κατά τα άρθρα 928-929 ΑΚ), και δεν προσήκει στην ένδικη αξίωση.
7. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων … του … και … του … που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα οικεία απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκτιμώμενες χωριστά και σε συνδυασμό και με τις λοιπές αποδείξεις, ανάλογα με τον τρόπο, βαθμό της γνώσης και το μέτρο της αξιοπιστίας έκαστου μάρτυρος, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις που χορηγήθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα σε προηγούμενη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως, ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα πιο κάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται κατ’ άρθρα 261 β’, 352 §1 ΚΠολΔ, αλλά και τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ά. 336§4 ΚΠολΔ), καθώς και την εν γένει διαδικασία αποδείχθηκαν πλήρως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 634/2025 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθη την 4-10-2016 μεταξύ των νυν διαδίκων ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη, προκειμένου να παρέχει την εργασία του με την ειδικότητα υπαλλήλου γραφείου και ειδικότερα ως γραφίστας, καθόσον η εναγόμενη είχε ως αντικείμενο εργασιών πέραν των εκτελωνισμών και την έκδοση λογισμικού εφαρμογών, υπηρεσίες δημιουργίας ιστοσελίδων στο διαδίκτυο κτλ. και η εργασία του ενάγοντος συνίστατο στη δημιουργία περιεχομένου γραφιστικών, εικόνων και βίντεο και το σχεδιασμό ιστοσελίδων για τους πελάτες της εναγόμενης. Ο ενάγων εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή και για τις ώρες από 09:00 έως 17:00 και η μηνιαία αμοιβή του ανερχόταν σε 2.212,39 ευρώ μικτά {1.900 ευρώ «καθαρές» αποδοχές + 312,39 ευρώ εισφορές ασφαλισμένου [14,12% – μικτά ένσημα ΙΚΑ-ΤΕΑΜ] = 2.212,39 ευρώ), πλην όμως κατόπιν άτυπης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, για φορολογικούς λόγους είχαν επιλέξει ένα μέρος του μισθού του ενάγοντος, ύψους 900,00 ευρώ, να καταβάλλεται σε μετρητά εκτός του τραπεζικού λογαριασμού, όπου κατατίθετο το υπόλοιπο εκ ποσού 1000,00 ευρώ. Επομένως για το επίδικο χρονικό διάστημα, ο ενάγων δικαιούται το υπόλοιπο των δεδουλευμένων αποδοχών που ανάγονται στους κάτωθι διαλαμβανόμενους μήνες και στα αντίστοιχα επιδόματα, αξιώσεις που σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητούνται από την εναγόμενη εργοδότρια, η οποία απασχόλησε τον ενάγοντα το αντίστοιχο χρονικό διάστημα με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρελκούσης της έκτασης της επικουρικής βάσης της αγωγής, που ερείδεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, α. Για αποδοχές μηνός Απριλίου 2024, το ποσό των 937,54 ευρώ (2.212,39-1.274,85 τις οποίες ήδη έλαβε), β. για επίδομα εορτών Πάσχα, το ποσό των 488,30 ευρώ { 2.304,56 (2.212,39 ευρώ (+ προσαύξηση 0,041666) :2- 663,98 ευρώ που έλαβε), γ. για αποδοχές μηνός Μαΐου 2024 το ποσό των 937,54 ευρώ (2.212,39-1.274,85 τις οποίες ήδη έλαβε), δ. γιο αποδοχές μηνός Ιουνίου 2024 το ποσό των 937,54 ευρώ (2.212,39-1.274,85 τις οποίες ήδη έλαβε), ε. για αποδοχές μηνός Ιουλίου 2024, το ποσό των 881,39 ευρώ καθώς δικαιούται 2.079,75 ευρώ [21 εργάσιμα ημερομίσθια X 88,50 έκαστο = 1,858,50 + αποδοχές ασθένειας τριών ημερών 132.75 (88,50 X 3 X 50%) + 88,50 αποδοχές ασθένειας μιας μέρας) – το ποσό των 1.198,36 ευρώ που έλαβε (για αποδοχές 21 ημερών + 127,49 για αποδοχές ασθένειας 4 ημερών)]. στ. για αποδοχές μηνός Αυγούστου 2024 το ποσό των 937,54 ευρώ ( 2.212,39-1.274,85 τις οποίες ήδη έλαβε), ζ. τις αποδοχές Σεπτεμβρίου 2024 το ποσό των 937,54 ευρώ ( 2.212,39-1.274,85 τις οποίες ήδη έλαβε), η. τις αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2024 το ποσό των 937,54 ευρώ ( 2.212,39-1.274,85 τις οποίες ήδη έλαβε), θ. τις αποδοχές Νοεμβρίου 2024 το ποσό των 937,54 ευρώ ( 2.212,39-1.274.85 τις οποίες ήδη έλαβε), ι. τις αποδοχές Δεκεμβρίου 2024 το ποσό των 881,39 ευρώ καθώς δικαιούται 2.079,75 ευρώ [22 εργάσιμα ημερομίσθια X 88,50 έκαστο = 1.947,00 + αποδοχές ασθένειας τριών ημερών 132,75 (88,50 X 3 X 50%)- το ποσό των 1.198,36 ευρώ που έλαβε (για αποδοχές 22 ημερών + 76,49 για αποδοχές ασθένειας 3 ημερών)], ια. για το επίδομα Χριστουγέννων 2024, το ποσό των 976,60 ευρώ (2 304,56 – 1274,85 που έλαβε), ιβ. για επίδομα άδειας 2024 το ποσό των 468,77 ευρώ {2,304,56 X 50% = 1.106,20-637,43), ιγ. για αποδοχές Ιανουαρίου 2025, το ποσό των 830.39 ευρώ, καθώς δικαιούται 2.079,75 ευρώ [22 εργάσιμα ημερομίσθια X 88,50 έκαστο = 1.947,00 + αποδοχές ασθένειας τριών ημερών 132,75 (88,50 X 3 X 50%)- το ποσό των 1 249,36 ευρώ που έλαβε (για αποδοχές 22 ημερών + 127,49 για αποδοχές ασθένειας 3 ημερών)], ιδ. για αποδοχές Φεβρουάριου 2025 το ποσό των 937,54 ευρώ (2.212,39-1.274.85 τις οποίες ήδη έλαβε), ιε. για αποδοχές Μαρτίου 2025 το ποσό των 937,54 ευρώ (2.212,39-1.274,85 τις οποίες ήδη έλαβε), ιστ. για αποδοχές Απριλίου 2025 το ποσό των 937,54 ευρώ ( 2.212,39-1.274,85 τις οποίες ήδη έλαβε), ιζ. για επίδομα εορτών Πάσχα το ποσό των 499,37 ευρώ {2.304,56 (2.212,39 ευρώ (+ προσαύξηση 0,041666) δια δυο-652,91 ευρώ που έλαβε}, ιη. για αποδοχές Μαΐου 2025 το ποσό των 804,90 ευρώ καθώς δικαιούται 2.079,75 ευρώ [20 εργάσιμα ημερομίσθια X 88,50 έκαστο = 1.770,00 + αποδοχές ασθένειας τριών ημερών 132,75 (88,50 X 3 X 50%)+ αποδοχές ασθένειας δυο ημερών (177,00) – το ποσό των 1.274,85 ευρώ που έλαβε (για αποδοχές 20 ημερών + 254,97 για αποδοχές ασθένειας 5 ημερών)], ι9. για αποδοχές μηνάς Ιουνίου 2025 το ποσό των 937,54 ευρώ ( 2.212,39-1.274,85 τις οποίες ήδη έλαβε), κ. για αποδοχές μηνός Ιουλίου 2025 το ποσό των 937,54 ευρώ ( 2.212,39-1.274,85 τις οποίες ήδη έλαβε), κα για αποδοχές μηνάς Αυγούστου 2025, το ποσό των 937,54 ευρώ (2.212,39-1.274,85 τις οποίες ήδη έλαβε), κβ. για αποδοχές Σεπτεμβρίου 2025 το ποσό των 937,54 ευρώ ( 2.212,39-1.274,85 τις οποίες ήδη έλαβε), κγ. για αποδοχές Οκτωβρίου 2025 το ποσό των 937,54 ευρώ (το οποίο αξιώνεται με την Β αγωγή) (2.212,39-1.274,85 τις οποίες ήδη έλαβε), και κδ. για επίδομα άδειας 2025 το ποσό των 468,77 ευρώ {2.304,56 X 50% = 1,106,20-637,43 που ήδη έλαβε), ήτοι το συνολικό ποσό των 20.362,98 ευρώ, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, ήτοι από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τον αντίστοιχο μισθό, από την 1 Μαϊου του έτους που αφορά η αξίωση για το επίδομα εορτών Πάσχα, από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από εκείνο που αφορά η αξίωση για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, και η 1η Απριλίου του επόμενου έτους από εκείνο που αφορά η αξίωση για το επίδομα άδειας (ά. 224 παρ.1 τελ. εδ. ΠΔ 62/2025). Έτι περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ενώ ήταν εκκρεμής ενώπιον του δικάζοντος σήμερα Δικαστηρίου η υπό στοιχεία Α αγωγή, εκδοθείσας ως αναλύθηκε ανωτέρω της υπ’ αριθμ. 634/2025 οριστικής απόφαση του Εφετείου Πειραιά, την 1-12 2025, κοινοποιήθηκε προς τον ενάγοντα η με ίδια ημεροχρονολογία εξώδικη δήλωση – καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, με την μνεία, ότι, ήδη, είχε καταβληθεί η πρώτη δόση της αποζημίωσης απόλυσης και οι δε έτερες δυο δόσεις θα καταβάλλονταν αντίστοιχα την 28-1-2026 και την 27-3-2026. Ο ενάγων, συνακόλουθα κατέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, υποβάλλοντας αίτηση επίλυσης εργατικής διαφοράς, αιτιώμενος ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, συνιστά εκδικητική συμπεριφορά της εργοδότριας του, στις ήδη προηγηθείσες εξώδικες αλλά και δικαστικές ενέργειες του, προς διεκδίκηση των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του, επιζητώντας τόσο προφορικώς, όσο και με το από 13 Φεβρουάριου 2023 υπόμνημα του, να του γνωστοποιηθούν οι λόγοι καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Αντιθέτως η εναγόμενη έθεσε υπό αμφισβήτηση τους ισχυρισμούς του εργαζόμενου, περί αντιποίνων στην ενάσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του, επισημαίνοντας ότι την 1-12-2025, δεν υπήρχε ενεργή αντιδικία μεταξύ των νυν διαδίκων, δοθέντος ότι είχε κριθεί κατόπιν της έκδοσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος και η ίδια ήταν προτιθέμενη να καταβάλει τα οφειλόμενα σε διαδοχικές μηνιαίες δόσεως που θα έληγαν τον Οκτώβριο του 2026, ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της. Ο ενάγων προς επίρρωση των αγωγικών ισχυρισμών του προσκομίζει πληθώρα εγγράφων, που ανάγονται στο έτος 2023, ότε και επ’ αφορμή την διακοπή εταιρικού ομαδικού συνταξιοδοτικού αποταμιευτικού προγράμματος προς ορισμένους εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος και λήπτρια της ασφάλισης την εναγόμενη, ο μεν ενάγων έλαβε το δικαιούμενο ποσό των 3.245,56 ευρώ, πλην όμως του ζητήθηκε από την εργοδότρια του να το επιστρέφει στην τελευταία, και άμα της αρνήσεως του, περικόπηκε το τμήμα των μηνιαίων αποδοχών του, το οποίο ως εκτέθηκε ανωτέρω λάμβανε έως τότε σε μετρητά και ανερχόταν σε 900 ευρώ, προκειμένου να συμψηφισθεί με την απαίτηση της από το ασφάλισμα, μειώνοντας έτσι, έως την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τις μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος. Αμέσως μετά ο ενάγων κατέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας, και επί μη διευθετήσεως της διαφοράς εξωδικαστικώς, άσκησε δυο αγωγές, προκειμένου να του καταβληθεί η διαφορά των δεδουλευμένων αποδοχών του. Καθ’ όλο δε το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2023 μέχρι και την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, ήτοι επί δυο χρόνια συνέχισε να παρέχει την εργασία του με τους ίδιους όρους όπως και στο παρελθόν, με την εναγόμενη αντιστοίχως να αποδέχεται τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του και μοναδική εξαίρεση, ως εκτέθηκε την μη καταβολή του εισέτι σε μετρητά εισπραττόμενου μέρους του μισθού του. Σημειωτέον δε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, έλαβε χώρα ένα μήνα μετά την έκδοση οριστικής πλέον απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, σύμφωνα με το αποδεικτικό πόρισμα της οποίας, η εναγόμενη όφειλε να καταβάλλει στον ενάγοντα την αξιούμενη διαφορά αποδοχών του, ο δε ενάγων προέβη σε διεκδίκηση έτι περαιτέρω της διαφοράς επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, οι οποίες ανάγονταν στο διάστημα από τον Απρίλιο του 2024 και επέκεινα. Τουτέστιν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον αποδείχθηκε ότι η επιλογή του ενάγοντος, να προσφύγει δικαστικώς είχε νόμιμο έρεισμα, ενόψει των συνθηκών που είχαν διαμορφωθεί στην εργασιακή του σχέση με την εναγόμενη και της μη διευθέτησης της διαφοράς εξωδικαστικώς, κρίνεται, ότι θεμελιώνονται αποδεικτικά εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, επί τη βάσει των οποίων τεκμαίρεται, ότι η νόμιμη εξώδικη και δικαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος συνδέεται αιτιωδώς με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Επομένως, το βάρος απόδειξης περί της μη αιτιώδους συνδρομής των ως άνω διημηφθέντων, στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ανατίθεται πλέον στην εναγόμενη, η οποία όμως ουδόλως απέδειξε καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ότι η λύση της σύμβασης εργασίας του δεν συνδέεται αιτιωδώς με την ενάσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος, αλλά ήταν απότοκος των μέτρων, που έλαβε, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε από το έτος 2022 και επέκεινα στο πλαίσιο των επιχειρούμενης προσπάθειας περιορισμού του εργασιακού κόστους. Ειδικότερα, δίχως να αμφισβητείται, ότι τα τελευταία έτη η εναγόμενη παρουσίαζε παθητικό, εντούτοις το έτος 2023 ότε και εμφανίζει για δεύτερη συνεχή χρονιά ζημιογόνα αποτελέσματα, ο ενάγων υπογράφει τροποποίηση των όρων της σύμβασης του, απολαμβάνοντας αύξηση των εμφανών μηνιαίων αποδοχών του, κατά διακόσια εξήντα περίπου ευρώ. Συνακόλουθα αν και πράγματι ο αριθμός των απασχολούμενων στην εναγόμενη την τελευταία τριετία βαίνει μειούμενος, ωστόσο τούτο σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος της εναγόμενης, προέκυψε ότι οφείλεται εν τελεί σε οικειοθελείς αποχωρήσεις ως επί το πλείστον βοηθητικού προσωπικού και όχι σε απολύσεις, ήτοι σε συντονισμένο μέτρο περιορισμού των παροχών προς τους εργαζόμενους, οι οποίες σημειωτέον αντί να μειώνονται αυξάνονται, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ενάγοντα κατάσταση αποτελεσμάτων της εναγόμενης, όπου διαφαίνεται, ότι οι παροχές προς τους εργαζόμενους το έτος 2022 ανέρχονταν σε 202.079,95 ευρώ, ενώ το έτος 2024 αγγίζουν το ποσό των 280.206,55 ευρώ, παρά τον μειωμένο αριθμό των δικαιούχων. Δέον δε να σημειωθεί, ότι ουδόλως κατέστη σαφές στο Δικαστήριο εάν προ της απολύσεως του ενάγοντος, ληφθήκαν μέτρα για την αντιμετώπιση των οικονομικοτεχνικών προβλημάτων, που αντιμετώπιζε η εναγόμενη, κατά τους ισχυρισμούς της, με επαναδιαπραγμάτευση των όρων των συμβάσεων των εργαζόμενων, ήτοι με περιορισμό των αποδοχών τους, ή την τροποποίηση των συμβάσεων τους από πλήρη σε μερική απασχόληση κλπ, ώστε να διασωθούν οι θέσεις εργασίας τους και να περιοριστεί το εργασιακό κόστος, ενώ δεν προκύπτει ότι η εναγόμενη είχε επιχειρήσει να καταστήσει γνωστό στον ενάγοντα, ότι προτίθεται να λάβει μέτρα περιορισμού του προσωπικού της, ενώ όταν ζητήθηκε στο πλαίσιο της διευθέτησης της διαφοράς εξωδικαστικά ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας να γνωστοποιηθούν οι λόγοι της απολύσεως, τούτο ουδόλως αναδείχθηκε, αν και θα ήταν αναμενόμενο. Επιπροσθέτως η κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης η οποία έκανε λόγο για περιορισμό του αντικειμένου εργασίας του ενάγοντος, ώστε πλέον οι σχετικής φύσεως εργασίες, να ανατίθενται κατά το δοκού ν και περιστατικά σε εξωτερικούς συνεργάτες, ουδόλως επαληθεύεται, αλλά αντιθέτως αποκρούεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη εκ μέρους του ενάγοντος κατάσταση με τις προς διεκπεραίωση υποχρεώσεις τις οποίες ο ίδιος είχε αναλάβει και δεν είχε διευθετηθεί η ολοκλήρωση τους έως της απολύσεως του, ενώ ουδόλως συνάδει με την ως άνω συνθήκη, η οικειοθελής αποχώρηση της έτερης γραφίστριας του τμήματος, τον Απρίλιο του 2025, να δημιουργεί αταξία στην εκπλήρωση των ήδη ανειλημμένων υποχρεώσεων, με την αντικατάστασή της σύμφωνα με την προσκομιζόμενη ηλεκτρονική αλληλογραφία ενάγοντος και νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, να φέρεται ως επιβεβλημένη. Τέλος όπως κατέθεσε η μάρτυρας της εναγομένης, παρά την διαμόρφωση της ως άνω συνθήκης στον εργασιακό χώρο, ο ενάγων θεωρούταν εκ μέρους της εναγομένης, ένας πολύ καλός γραφίστας, ο οποίος διεκπεραίωνε τις υποχρεώσεις του προσηκόντως, δίχως να προσάπτονται στο πρόσωπο του πλημμέλειες ως προς την παροχή της εκ μέρους του εργασίας. Επομένως η συμμετοχή του σε εταιρεία, ήδη λυθείσα από τον Φεβρουάριο του 2025, με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, μαζί με την σύντροφο του, και ενώ οι αποδοχές του είχαν περιορισθεί μονομερώς από την εναγόμενη, δίχως να αναδεικνύονται συγκεκριμένης φύσεως ανταγωνιστικές πράξεις προς την εργοδότρια του και δίχως τούτο να επιδρά στην ποιότητα της παρασχεθείσας εργασίας του, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αρκεί για να ανατρέψει το νόμιμο τεκμήριο, που τίθεται εκ του νόμου αναφορικά με την αιτιότητα μεταξύ της ενάσκησης των δικαιωμάτων του εργαζόμενου και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Επομένως κρίνεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος αντιβαίνει στην διάταξη του άρθρου 350 παρ. 1β του Π.Δ 62/2025, παρελκούσης της εξέτασης της ερειδόμενης στο άρθρο 281 ΑΚ επικουρικής βάσης της αγωγής και ο ενάγων δικαιούται της εκ της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου πρόσθετης αποζημίωσης, που ισούται με τέσσερις μηνιαίους μισθούς και συνολικά ανέρχεται στο ποσό των 8.849.56 ευρώ (4 μήνες X 2.212,39 ευρώ), το οποίο κρίνεται εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των προαναφερόμενων συνθηκών και ιδίως της έντασης του πταίσματος της εργοδότριας, η οποία διαρκούσης της εργασιακής σχέσης δεν τήρησε σε μεγάλο βαθμό του όρους της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας, προβαίνοντας στην καταγγελία της, όταν ο εναγόμενος αξίωσε την τήρηση των όρων αυτής, κατά τα προδιαληφθέντα, καθώς και της περιουσιακής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και δη την ηλικία του ενάγοντος ο οποίος κατά τον ένδικο χρόνο ήταν 43 ετών περίπου δίχως οικογενειακές υποχρεώσεις, υγιής και δυνάμενος να αξιοποιήσει προσηκόντως την εργασιακή του εμπειρία, αλλά και το εύρος της δραστηριότητας της εναγομένης, η οποία ως αναδείχθηκε απασχολούσε περί τους 10 εργαζόμενους, και είχε τα τελευταία χρόνια παρουσιάσει κάμψη της αποδοτικότητας της παρουσιάζοντας παθητικό. Εν όψει των ανωτέρω, αφού απορριφθεί ό,τι κρίθηκε απορριπτέο, πρέπει να γίνει εν όλω δεκτή η κρινόμενη υπό στοιχεία Α αγωγή ως ουσία βάσιμη και εν μέρει δεκτή η υπό στοιχεία Β αγωγή. Ειδικότερα, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 29.212,54 νομιμοτόκως, με τις διαληφθείσες στο σκεπτικό διακρίσεις και την πρόσθετη αποζημίωση από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (υπό στοιχεία Β) έως εξοφλήσεως. Επίσης, λόγω του ότι η επιβράδυνση δύναται να επιφέρει οικονομική ζημία στον ενάγοντα ενόψει και της φύσης των αξιώσεών του (δεδουλευμένες αποδοχές), κρίνεται ότι πρέπει η απόφαση να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή μόνο για τις εν λόγω αξιώσεις και έως του ποσού που διαλαμβάνεται στο διατακτικό της αποφάσεως. Τέλος, επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της εναγομένης, λόγω της ήττας της, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 20-10-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου Γ.Α.Κ/Ε.Α.Κ …/…/2025 (Α) αγωγή και την από 3-1-2026 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου Γ.Α.Κ/Ε.Α.Κ …/…/2026 (Β) αγωγή
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 20-10-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου Γ.Α.Κ/Ε.Α.Κ …/…/2025 αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 19.425,43 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή και έως του ποσού των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 3-1-2026 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου Γ.Α.Κ/Ε.Α.Κ …/…/2026 αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9.767,1 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της εναγομένης, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 11-5-2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
