πτώχευση εργοδότηΠολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών 155/2026

Περίληψη:

Υπόθεση: Αίτηση κήρυξης πτώχευσης μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας. Η αίτηση ασκήθηκε από επτά (7) πρώην εργαζόμενους της εταιρίας, οι οποίοι διατηρούσαν ληξιπρόθεσμες εργατικές απαιτήσεις εις βάρος της. Η καθ’ ης η αίτηση εταιρία παρεμβαίνει κυρίως ζητώντας την απόρριψη της αίτησης.

Πραγματικά περιστατικά: Η καθ’ ης η αίτηση μονοπρόσωπη ΙΚΕ δραστηριοποιείται στον τομέα ανάπτυξης λογισμικού και υπηρεσιών τηλεματικής. Προσέλαβε τους επτά αιτούντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ως προγραμματιστές και υπαλλήλους γραφείου), οι οποίες λύθηκαν. Λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, οι αιτούντες εξασφάλισαν διαταγές πληρωμής. Επέβαλαν αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτων από την οποία εισέπραξαν μέρος των οφειλομένων. Επιπλέον, εκδόθηκε απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η εταιρεία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον πρώτο και τον έβδομο αιτούντα αποζημίωση απόλυσης και άλλα κονδύλια. Πέραν των οφειλών προς τους αιτούντες, η εταιρεία εμφάνιζε: (α) ληξιπρόθεσμες οφειλές προς άλλους πρώην εργαζόμενους (βάσει διαταγών πληρωμής και δικαστικών αποφάσεων) άνω των 150.000 ευρώ, (β) ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Ελληνικό Δημόσιο ύψους περίπου 99.092,34 ευρώ, για τις οποίες είχε υπαχθεί σε ρύθμιση 72 δόσεων χωρίς να αποδεικνύεται τήρησή της, (γ) υποχρεώσεις προς ασφαλιστικούς οργανισμούς ύψους 741.258 ευρώ και προς το Δημόσιο για παρακρατούμενους φόρους 164.092 ευρώ, (δ) σύνολο βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων 2.267.925 ευρώ έναντι συνολικού ενεργητικού 732.436 ευρώ, (ε) αρνητική καθαρή θέση -1.540.270 ευρώ και (στ) κύκλο εργασιών μειωμένο κατά 92,78% (από 685.943 ευρώ το 2023 σε 49.500 ευρώ το 2024), με ζημίες χρήσης 401.616 ευρώ. Οι καταβολές που πραγματοποιούσε η εταιρία προέρχονταν από τη μοναδική εταίρο της (αλλοδαπή συνδεδεμένη εταιρία) και αφορούσαν επιλεκτικά σε πιστωτές που εξασφάλιζαν τη συνέχιση της λειτουργίας της (πάροχος πλατφόρμας, εκμισθωτής έδρας) και σε μερικούς μόνο εργαζόμενους, με ποσά μικρότερα των αναγραφόμενων στις αποδείξεις μισθοδοσίας.

Ζητήματα: 1. Συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων κήρυξης πτώχευσης (πτωχευτική ικανότητα και παύση πληρωμών κατά γενικό και μόνιμο τρόπο) κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης. 2. Επάρκεια της περιουσίας της καθ’ ης για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας. 3. Παραδεκτό της κύριας παρέμβασης της καθ’ ης η αίτηση εταιρίας, η οποία είχε ήδη καταστεί διάδικος στη δίκη. 4. Βασιμότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αίτησης (άρθρο 80 παρ. 2 ν.4738/2020 σε συνδυασμό με άρθρο 281 ΑΚ), ήτοι εάν η αίτηση ασκήθηκε ως μέσο πίεσης για εξόφληση των απαιτήσεων των αιτούντων.

Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: Ν. 4738/2020: άρθρα 76 παρ. 1 (πτωχευτική ικανότητα), 77 παρ. 1 (παύση πληρωμών), 77 παρ. 4 (επάρκεια περιουσίας για κάλυψη εξόδων), 78 παρ. 1, 3 και 4 (αρμοδιότητα), 79 παρ. 1, 3, 4 και 8 (προϋποθέσεις παραδεκτού αίτησης), 80 παρ. 2 (καταχρηστική άσκηση αίτησης), 81 (χρόνος παύσης πληρωμών), 81 παρ. 2 εδ. γ (ανώτατο χρονικό όριο αναδρομής παύσης πληρωμών – διετία), 84 παρ. 1 και 2 (δημοσίευση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας και Γ.Ε.ΜΗ.), 89 (δικαστικά έξοδα σε βάρος πτωχευτικής περιουσίας), 130 παρ. 1 (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), 132 εδ. β (διορισμός Εισηγητή), 173 παρ. 1 εδ. β (ιδιότητα διαδίκου της καθ’ ης), 191 παρ. 1 (παύση εργασιών πτωχευτικής διαδικασίας), 213 (Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας). ΚΠολΔ: άρθρα 31 παρ. 1, 79 παρ. 1, 246, 336 παρ. 4, 739 επ., 741 επ. ΑΚ: άρθρο 281 (καταχρηστική άσκηση δικαιώματος). Ν. 4072/2012: άρθρο 43 παρ. 1 (ΙΚΕ ως έμπορος). Ν. 4919/2022: άρθρο 33 παρ. 1 περ. στ (καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ.). Ν. 5108/2024: άρθρο 4 παρ. 1 (κατάργηση Ειρηνοδικείου Αθηνών). Ν. 4818/2021: άρθρο 35 παρ. 19.

Η κρίση του δικαστηρίου: Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη, διότι η καθ’ ης η αίτηση εταιρία είχε ήδη αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου (λόγω επίδοσης της αίτησης σε αυτήν) και δεν είχε την ιδιότητα τρίτου που απαιτεί το άρθρο 79 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ως προς την ουσία, το Δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις κήρυξης πτώχευσης: (α) Υποκειμενική: η καθ’ ης, ως ΙΚΕ, είναι έμπορος κατά το τυπικό σύστημα. (β) Αντικειμενική: η εταιρία βρίσκεται τουλάχιστον από διετίας σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων, η οποία δεν οφείλεται σε παροδικά αίτια. Τούτο τεκμηριώνεται από τις εκδοθείσες διαταγές πληρωμής και δικαστικές αποφάσεις, τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς Δημόσιο και ασφαλιστικούς φορείς άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ, την αρνητική καθαρή θέση και την κατακόρυφη πτώση του κύκλου εργασιών. Οι επιλεκτικές καταβολές που πραγματοποιούσε η εταιρία (χρηματοδοτούμενες από τη μητρική αλλοδαπή εταιρία και απευθυνόμενες μόνο σε πιστωτές που εξασφάλιζαν τη λειτουργική συνέχεια) δεν αναιρούν την παύση πληρωμών. (γ) Επάρκεια περιουσίας: πιθανολογήθηκε ότι η περιουσία της εταιρίας επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας. (δ) Ένσταση καταχρηστικής άσκησης: απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση ασκήθηκε βάσει αντικειμενικά διαπιστώσιμων εκδηλώσεων οικονομικής δυσπραγίας, ενόψει και της αποτυχίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και εξυπηρετεί το ευρύτερο συμφέρον της υγιούς πίστης και της σύμμετρης ικανοποίησης των πιστωτών. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κήρυξε την εταιρία σε κατάσταση πτώχευσης.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ

Αριθμός Απόφασης

155/2026

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Αθηνά Λάλλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ελένη Τσιάνου, Πρωτοδίκη, Γεωργία Κουρεμπανά, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια και τη Γραμματέα Ελένη Βλάμου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2026 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ-ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ-ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΥΡΙΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: 1) … του …, κατοίκου …, επί της οδού … αριθ. …, με Α.Φ.Μ. …, 2) … του …, κατοίκου … Αττικής, επί της οδού … αριθ. …, με Α.Φ.Μ. …, 3) … του …, κατοίκου … Φωκίδας, με Α.Φ.Μ. …, 4) … του …, κατοίκου … Αττικής, επί της οδού … αριθ. …, με Α.Φ.Μ. …, 5) … του …, κατοίκου … Αττικής, επί της οδού … αριθ. …, με Α.Φ.Μ. …, 6) … του …, κατοίκου …, επί της οδού … αριθ. …, με Α.Φ.Μ. … και 7) … του …, κατοίκου … Αττικής, επί της οδού … αριθ. …, με Α.Φ.Μ. …, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Δημήτριου Βλαχόπουλου (με Α.Μ. Δ.Σ.Α. 29922), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το με αριθμό Π…/28-1-2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων εκδοθέν από τον Δ.Σ. Αθηνών,

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ – ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ – ΚΥΡΙΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ:

της μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «…», όπως μετονομάστηκε η εταιρεία με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην … Αττικής, επί της Λεωφόρου … αριθ. … και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. … και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Ευάγγελου Τρανώρη (με Α.Μ. Δ.Σ.Α. 33022), συνεργάτη της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Τρανώρης και συνεργάτες δικηγορική εταιρεία» (με Α.Μ. 80612), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το με αριθμό Π…/26-1-2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων εκδοθέν από τον Δ.Σ. Αθηνών.

Με την από 29-10-2025 και με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού …/…/29-10-2025 κλήση των καλούντων-αιτούντων-καθ’ ων η κύρια παρέμβαση εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού 1) η από 1-7-2023 αίτησή τους, η οποία υποβλήθηκε την 1-7-2023 στο ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας, έλαβε αριθμό πτώχευσης … και αριθμό δημοσίευσης … και κατατέθηκε στη γραμματεία του ήδη καταργηθέντος, δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 1 ν.5108/2024 (με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 76 αυτού, από τη 16-9-2024), Ειρηνοδικείου Αθηνών με αριθμό …/…/5-7-2023 και 2) η από 28-7-2023 κύρια παρέμβαση της καθ’ ης η κλήση-καθ’ ης η αίτηση-κυρίως παρεμβαίνουσας, η οποία υποβλήθηκε στις 31-7-2023 στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας και κατατέθηκε στη γραμματεία του ήδη καταργηθέντος, κατά τα ανωτέρω, Ειρηνοδικείου Αθηνών με αριθμό …/…/31-7-2023, μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 636/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκούσια δικαιοδοσία-ν.4738/2020), με την οποία κηρύχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών καθ’ ύλην αναρμόδιο και παραπέμφθηκαν η ανωτέρω αίτηση και η παραπάνω κύρια παρέμβαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδίου Δικαστηρίου για την εκδίκασή τους. Η συζήτηση της ανωτέρω υπόθεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 17-12-2025 και κατόπιν αναβολής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν κατά τον τρόπο που πιο πάνω σημειώνεται και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 29-10-2025 και με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού …/…/29-10-2025 κλήση των καλούντων-αιτούντων-καθ’ ων η κύρια παρέμβαση νόμιμα εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) η από 1-7-2023 και με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του καταργηθέντος Ειρηνοδικείου Αθηνών …/…/5-7-2023 αίτηση και β) η από 28-7-2023 και με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του καταργηθέντος Ειρηνοδικείου Αθηνών …/…/31-7-2023 κύρια παρέμβαση, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 636/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκούσια δικαιοδοσία-ν.4738/2020), με την οποία κηρύχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών καθ’ ύλην αναρμόδιο και παραπέμφθηκαν η ανωτέρω αίτηση και η παραπάνω κύρια παρέμβαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδίου Δικαστηρίου για την εκδίκασή τους και οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 1, 79, 246, 741 επ. του ΚΠολΔ και 130 παρ. 1 του ν.4738/2020, διότι η εκδίκασή τους υπάγεται στην ίδια διαδικασία, ήτοι αυτή της εκούσιας δικαιοδοσίας και κατά την κρίση του Δικαστηρίου διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ επέρχεται και μείωση των εξόδων των διαδίκων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1 και 77 παρ. 1 του ν.4738/2020 προκύπτει ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την κήρυξη της πτώχευσης είναι οι εξής: α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου του οποίου ζητείται η πτώχευση (υποκειμενική προϋπόθεση), την οποία, προκειμένου για νομικά πρόσωπα, έχουν εκείνα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό, όπως η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία που αποτελεί έμπορο κατά το τυπικό σύστημα (βλ. άρθρο 43 παρ. 1 του ν.4072/2012) και β) η παύση των πληρωμών του οφειλέτη, κατάσταση που συντρέχει όταν αυτός αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (αντικειμενική προϋπόθεση). Ως παύση πληρωμών, κατά την έννοια του νόμου, νοείται όχι οποιαδήποτε μη πληρωμή του οφειλέτη, αλλά η μη πληρωμή ληξιπρόθεσμων, δηλαδή εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών, χρηματικών χρεών του, η οποία έχει τον χαρακτήρα της γενικότητας και της μονιμότητας και υποδηλώνει, συγχρόνως, νέκρωση ή διακοπή της εμπορικής κίνησης ή αθεράπευτο κλονισμό της πίστης του εμπόρου ή διαταραχή στην οικονομική του υπόσταση, με συνέπεια να μην είναι αρκετή η διαπίστωση της απλής έλλειψης ρευστότητας εκ μέρους του οφειλέτη. Η εν λόγω μη πληρωμή προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του και μπορεί να συναχθεί, κατά τις περιστάσεις, και από τη μη πληρωμή ενός μόνο χρέους, εφόσον, λόγω της σημασίας του ή του χαρακτήρα του, εμφανίζει τα στοιχεία της μονιμότητας και της γενικότητας. Γεγονότα ενδεικτικά της μη εκπλήρωσης υποχρεώσεων με την ανωτέρω έννοια της παύσης πληρωμών συνιστούν το οριστικό κλείσιμο του καταστήματος ή του ταμείου της επιχείρησης του οφειλέτη, η μη πληρωμή ή η περικοπή των μισθών του προσωπικού της επιχείρησης και η μη πληρωμή των εισφορών κοινωνικής ασφάλισής του, η μη πληρωμή βεβαιωμένων φόρων, τα διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για μη πληρωμή, οι διαταγές πληρωμής ή οι τελεσίδικες καταψηφιστικές αποφάσεις για χρηματικές οφειλές (Σ. Ψυχομάνης, Πτωχευτικό Δίκαιο, 10η έκδοση, 2022, σ. 70, αρ. 212). Η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο που κηρύσσεται η πτώχευση. Ως τέτοιος χρόνος πρέπει να θεωρείται αυτός της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση ο χρόνος της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 1357/2019, ΑΠ 876/2017, ΑΠ 829/2003, ΕφΛαρ 19/2022, ΕφΘεσ 2018/2018, ΕφΘεσ 1327/2016, ΠΠρΑθ 301/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η κατ’ αρέσκεια του οφειλέτη εμπόρου πληρωμή μερικών μόνο χρεών του δεν εμποδίζει την πτώχευσή του, διότι τούτο αντίκειται σε έναν από τους σκοπούς της πτώχευσης, που είναι η σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών του. Προϋπόθεση, λοιπόν, για παύση πληρωμών, με την έννοια της αδυναμίας πληρωμής από τον οφειλέτη είτε λίγων μόνο χρεών είτε και ενός μόνο χρέους, αποτελεί η διάγνωση της σημασίας ή του χαρακτήρα της αδυναμίας αυτής ως “μόνιμης και γενικής”. Έτσι, η διάγνωση της παύσης των πληρωμών απόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο θα στηριχθεί στα πραγματικά εκείνα γεγονότα που αποδεικνύουν την ιδιαίτερη θέση του οφειλέτη, εξαιτίας της οποίας αυτός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, κατά τρόπο διαρκή και μόνιμο και όχι απλώς παροδικά, τις χρηματικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει (ΑΠ 876/2017, ΕφΛαρ 19/2022, ΕφΘεσ 2018/2018, ΕφΘεσ 1327/2016 ό.π.). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 77 παρ. 4 του ν.4738/2020, η πτώχευση κηρύσσεται εφόσον με βάση τα οικονομικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου πιθανολογείται ότι η περιουσία ή το εισόδημα του οφειλέτη επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Διαφορετικά το Δικαστήριο διατάσσει την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας, κατά περίπτωση, του οφειλέτη στο Γενικό Μητρώο Αφερεγγυότητας του άρθρου 213 και προσδιορίζει την ημερομηνία της παύσης των πληρωμών κατά την παρ. 2 του άρθρου 81. Συνεπώς, υφίσταται μία ακόμη προϋπόθεση, κατά τον νόμο, για την κήρυξη της πτώχευσης, ήτοι η επάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη για την κάλυψη των εξόδων, τα οποία συνεπάγεται η πτωχευτική διαδικασία από το άνοιγμα μέχρι την περάτωσή της. Για την εν λόγω προϋπόθεση αρκεί πιθανολόγηση, αφού ούτε τα έξοδα της διαδικασίας, ούτε το μέγεθος της περιουσίας του οφειλέτη μπορούν, εκ των πραγμάτων, να προβλεφθούν με ακρίβεια. Επισημαίνεται ότι στα έξοδα υπολογίζονται όλες οι προβλέψιμες δικαστικές και διαχειριστικές δαπάνες, όπως ιδίως οι δαπάνες για την είσπραξη απαιτήσεων του πτωχού, για την πτωχευτική ανάκληση, για την ικανοποίηση των ομαδικών πιστωτών, η αντιμισθία του συνδίκου κ.α. Τόσο η εμπορική αξία του ρευστοποιήσιμου περιουσιακού στοιχείου, όσο και το ύψος των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας προσδιορίζονται από το Δικαστήριο κατά τη δυνατότερη προσέγγιση (ΑΠ 578/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στη δε περιουσία συναριθμούνται, εκτός των ταμειακών διαθεσίμων της επιχείρησης του οφειλέτη (μετρητών), οι εισπρακτέες απαιτήσεις, η αξία των ελεύθερων βαρών περιουσιακών στοιχείων, η αξία της ίδιας της επιχείρησης ως συνόλου, οτιδήποτε μπορεί να επανακτηθεί με το θεσμό της πτωχευτικής ανάκλησης, αλλά και το υπόλοιπο της αξίας των εμπραγμάτως βεβαρημένων πραγμάτων, μετά την αφαίρεση της αξίας του βάρους. Όμως, αν τα ρευστοποιήσιμα απλώς στοιχεία του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη (απαιτήσεις, πάγια κ.λπ.) δεν είναι πράγματι «ευχερώς ρευστοποιήσιμα» (Βλ. και άρθρο 191 παρ. 1 του ν.4738/2020 όπου προκειμένου για την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτωχευτικής διαδικασίας και την περάτωση της πτώχευσης γίνεται λόγος για έλλειψη «ευχερώς ρευστοποιήσιμης περιουσίας»), η έλλειψη επαρκούς περιουσίας θα πρέπει να θεωρηθεί και στην περίπτωση αυτή δεδομένη. Μη «ευχερώς ρευστοποιήσιμη περιουσία» υπάρχει, προφανώς, όταν η μη αποτελούμενη από μετρητά περιουσία του οφειλέτη πιθανολογείται ότι δεν θα μπορέσει να ρευστοποιηθεί εντός χρόνου πρόσφορου για να καλύψει με επάρκεια τις εν τω μεταξύ (μέχρι τη ρευστοποίηση) γεννώμενες διαδικαστικές δαπάνες. Το Δικαστήριο θα ερευνήσει την ύπαρξη της εν λόγω προϋπόθεσης για την κήρυξη της πτώχευσης, την οποία θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να επικαλείται ο αιτών στην αίτησή του, αφότου έχει ήδη σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για τη συνδρομή όλων των ως άνω λοιπών προϋποθέσεων (ΕφΚρητ 14/2021, ΠΠρΑθ 119/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτούντες εκθέτουν ότι διατηρούν έναντι της καθ’ ης η αίτηση, στην οποία απασχολήθηκαν με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης οι οποίες πλέον έχουν λυθεί, εργατικές απαιτήσεις συνολικού ύψους 70.129,55 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας, όπως εκάστη απαίτηση προσδιορίζεται για κάθε αιτούντα ειδικότερα στο εισαγωγικό δικόγραφο. Ότι πέραν των ανωτέρω ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τους ίδιους η καθ’ ης η αίτηση εμφανίζει ληξιπρόθεσμες οφειλές από μισθολογικές παροχές και αποζημιώσεις και στους αναλυτικά αναφερόμενους στο δικόγραφο εργαζόμενους σε αυτή, συνολικού ύψους 41.384,01 ευρώ. Ότι η καθ’ ης η αίτηση ευρίσκεται ήδη από την 31-12-2022 σε κατάσταση παύσης πληρωμών, αδυνατώντας να ικανοποιήσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της κατά τρόπο γενικό και μόνιμο. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι αιτούντες ζητούν, επικαλούμενοι, περαιτέρω, ότι η περιουσία της καθ’ ης η αίτηση θα επαρκέσει για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας, να κηρυχθεί η τελευταία σε κατάσταση πτώχευσης, να ορισθεί ως χρόνος παύσης των πληρωμών η 31-12-2022, άλλως η τριακοστή ημέρα προ της υποβολής της ένδικης αίτησης, να ορισθεί σύνδικος της πτώχευσης η προτεινόμενη στην ένδικη αίτηση και να επιβληθεί η δικαστική τους δαπάνη σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας. Με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση αίτηση παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 78 παρ. 1, 3 και 4, 129 του ν.4738/2020), κατά την προκειμένη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 130 παρ. 1 του ν.4738/2020 και 739 επ. του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι α) έχει τηρηθεί η απαιτούμενη προδικασία με την κλήτευση της καθ’ ης η αίτηση εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεση της αίτησης και της κλήσης επαναφοράς της προς συζήτηση έπειτα από την έκδοση της υπ’ αριθ. 636/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκούσια δικαιοδοσία-ν.4738/2020) με την οποία η αίτηση παραπέμφθηκε προκειμένου να εκδικαστεί στο αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον Δικαστήριο αυτό (όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. …/6-7-2023 και …/11-11-2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), β) αναγράφονται στην αίτηση τα απαιτούμενα κατ’ άρθρο 79 παρ. 3 του ν.4738/2020 για το παραδεκτό της στοιχεία και δη η επωνυμία, η έδρα, ο Α.Φ.Μ. και ο αριθμός Γ.Ε.ΜΗ. της καθ’ ης η αίτηση, γ) επισυνάπτεται στην αίτηση το απαιτούμενο για το παραδεκτό της, κατ’ άρθρο 79 παρ. 8 του ν.4738/2020, υπ’ αριθ. …/30-6-2023 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ και δ) προτείνεται ως σύνδικος της πτώχευσης, κατ’ άρθρο 79 παρ. 4 του ν.4738/2020, η Νικολέττα Βλασσιώτου, δικηγόρος και κάτοικος Αθηνών, επί της οδού Ακαδημίας αριθ. 71, με αριθμό μητρώου διαχειριστών αφερεγγυότητας 71, της οποίας προσκομίζεται η από 29-6-2023 έγγραφη δήλωση περί αποδοχής του διορισμού της και μη ύπαρξης κωλύματος. Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού της καθ’ ης η αίτηση και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1, 77 παρ. 1, 81, 89 και 137 του ν.4738/2020. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Ακολούθως, με την υπό κρίση κύρια παρέμβαση η καθ’ ης η αίτηση μονοπρόσωπη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία «…», όπως μετονομάστηκε η εταιρεία με την επωνυμία «…», με αυτοτελές δικόγραφο με ημερομηνία 28-7-2023 που υποβλήθηκε ηλεκτρονικά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας και κατατέθηκε στη γραμματεία του ήδη καταργηθέντος Ειρηνοδικείου Αθηνών με αριθμό …/…/31-7-2023, παρεμβαίνει κυρίως στην εκκρεμή δίκη που ανοίχθηκε με την ανωτέρω αίτηση και ζητεί την απόρριψη της ένδικης αίτησης και την καταδίκη των αιτούντων στη δικαστική της δαπάνη. Ωστόσο, η ανωτέρω εταιρεία παραδεκτά παρίσταται στην παρούσα δίκη με την ιδιότητα του διαδίκου μετά τη νόμιμη κλήτευσή της (άρθρο 173 παρ. 1 εδ. β του ν.4738/2020 όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 35 παρ. 19 του ν.4818/2021, ΦΕΚ Α’ 124/18-7-2021) καθώς η ένδικη αίτηση επιδόθηκε σε αυτή στις 6-7-2023 (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. …/6-7-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, στην περιφέρεια, του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), με αποτέλεσμα να έχει αποκτήσει εξ αυτού του λόγου την ιδιότητα του διαδίκου. Κατόπιν τούτου, η παραπάνω κύρια παρέμβαση τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, δοθέντος ότι η καθ’ ης η αίτηση δεν έχει την ιδιότητα του τρίτου, αφού έχει καταστεί διάδικος στην παρούσα δίκη (άρθρο 79 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Η καθ’ ης η αίτηση με τις προτάσεις της και σχετική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αρνείται ότι συντρέχει κατά τον παρόντα χρόνο η – για την κήρυξη της πτώχευσης- ουσιαστική προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, λαμβανομένου υπόψη ότι αποπληρώνει πλήρως τους συνολικά έντεκα (11) ενεργούς υπαλλήλους της, δεν έχει προβεί σε δανεισμό από πιστωτικά ιδρύματα, δεν εμφανίζει οφειλές προς τους προμηθευτές της, προβαίνει σε πληρωμές προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς και έχει σημαντικό κύκλο εργασιών. Επίσης, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ένδικη αίτηση ασκείται καταχρηστικά από τους αιτούντες προκειμένου να της ασκήσουν πίεση για την καταβολή των οφειλόμενων σε αυτούς ποσών, καθώς κατατέθηκε μόλις δύο μήνες μετά την εκ μέρους των αιτούντων επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης σε βάρος της και τη συνεπεία αυτής (αναγκαστικής κατάσχεσης) μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αίτησης, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στο άρθρο 80 παρ. 2 του ν.4738/2020 σε συνδυασμό με το άρθρο 281 του ΑΚ και πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς, ωστόσο, να παραλείπεται κάποιο από αυτά κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η καθ’ ης η αίτηση μονοπρόσωπη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία «…», με έδρα στην … Αττικής, επί της Λεωφόρου … αριθ. …, με Α.Φ.Μ. … και με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …, δραστηριοποιείται στον τομέα των υπηρεσιών ανάπτυξης και υποστήριξης λογισμικού εφαρμογών τηλεματικής, παραγωγής προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών και υπηρεσιών μετάδοσης δεδομένων και μηνυμάτων. Η ανωτέρω εταιρεία συνεστήθη στις 27-4-2021, με διάρκεια τα δώδεκα (12) έτη, μέσω της Υπηρεσίας Μιας Στάσης του Γ.Ε.ΜΗ., με την αρχική επωνυμία «…». Για την άσκηση της παραπάνω δραστηριότητάς της η καθ’ ης η αίτηση προσέλαβε τους αιτούντες και δη τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έβδομο των αιτούντων το έτος 2021, τον πέμπτο των αιτούντων το έτος 2017 και τον έκτο των αιτούντων το έτος 2019, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχολήσει με την ειδικότητα του προγραμματιστή τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έβδομο των αιτούντων και με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου τους πέμπτο και έκτο των αιτούντων. Ωστόσο, οι συμβάσεις του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και έκτου των αιτούντων λύθηκαν με καταγγελία από πλευράς τους στις 27-1-2023, 17-2-2023, 9-12-2022, 17-3-2023 και 10-2-2023 αντίστοιχα, ενώ οι συμβάσεις του πρώτου και του έβδομου των αιτούντων λύθηκαν με καταγγελία από την πλευρά της καθ’ ης η αίτηση στις 17-2-2023 και 17-3-2023 αντίστοιχα. Περαιτέρω, λόγω υπερημερίας της καθ’ ης η αίτηση ως προς την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, οι αιτούντες πέτυχαν την έκδοση σε βάρος της καθ’ ης η αίτηση των υπ’ αριθ. 69/2023 και 98/2023 διαταγών πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, δια των οποίων τους επιδικάστηκαν οι εργατικές απαιτήσεις τους, συνολικού ύψους 62.685,58 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Συγκεκριμένα, δυνάμει της υπ’ αριθ. 69/2023 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου η καθ’ ης η αίτηση διατάχθηκε να καταβάλει στον πρώτο των αιτούντων για δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2022 έως και τον Φεβρουάριο του έτους 2023 καθώς και για επίδομα αδείας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας του έτους 2023 το ποσό των 14.390 ευρώ, στον δεύτερο των αιτούντων για δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2022 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2023 καθώς και για επίδομα αδείας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας του έτους 2023 το ποσό των 6.169,68 ευρώ, στον τρίτο των αιτούντων για δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2022 έως και τον Φεβρουάριο του έτους 2023 καθώς και για επίδομα αδείας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας του έτους 2023 το ποσό των 6.435,60 ευρώ, στον τέταρτο των αιτούντων για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2022 το ποσό των 2.376 ευρώ, στον πέμπτο των αιτούντων για δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2022 έως και τον Φεβρουάριο του έτους 2023 το ποσό των 8.800 ευρώ και στον έκτο των αιτούντων για δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2022 έως και τον Φεβρουάριο του έτους 2023, επίδομα αδείας του έτους 2023 καθώς και για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας των ετών 2022 και 2023 το ποσό των 9.852,66 ευρώ, άπαντα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους παροχής, ενώ δυνάμει της υπ’ αριθ. 98/2023 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου η καθ’ ης η αίτηση διατάχθηκε να καταβάλει στον έβδομο των αιτούντων για δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 2022 έως και τον Μάρτιο του έτους 2023 καθώς και για επίδομα αδείας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας του έτους 2023 το ποσό των 14.661,64 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους παροχής. Κατόπιν της έκδοσης των παραπάνω διαταγών πληρωμής, οι έξι πρώτοι των αιτούντων κοινοποίησαν στην καθ’ ης η αίτηση στις 10-4-2023 την από 7-4-2023 επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση ενώ ο έβδομος των αιτούντων κοινοποίησε στην καθ’ ης η αίτηση στις 13-4-2023 την από 12-4-2023 επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση, με τις οποίες επιτάχθηκε η καθ’ ης η αίτηση να καταβάλει στους αιτούντες τα ανωτέρω επιδικασθέντα ποσά πλέον τόκων και εξόδων, πλην όμως η τελευταία ουδέν ποσό κατέβαλε. Ακολούθως, οι αιτούντες δυνάμει του από 25-4-2023 κατασχετηρίου εις χείρας τρίτου επέβαλαν αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος της καθ’ ης η αίτηση και εις χείρας 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», 3) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», 4) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», 5) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», 6) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», 7) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», 8) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», 9) της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», 10) της αλλοδαπής δημόσιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…», 11) της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», 12) της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», 13) της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…» και ,14) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», ως τρίτων, για την ικανοποίηση των εκ των παραπάνω υπ’ αριθ. 69/2023 και 98/2023 διαταγών πληρωμής απαιτήσεών τους έναντι της καθ’ ης η αίτηση. Κατόπιν δε της ως άνω επιβληθείσας σε βάρος της καθ’ ης η αίτηση αναγκαστικής κατάσχεσης εισέπραξαν ο πρώτος των αιτούντων το ποσό των 1.612,86 ευρώ, ο δεύτερος των αιτούντων το ποσό των 693,80 ευρώ, ο τρίτος των αιτούντων το ποσό των 721,42 ευρώ, ο τέταρτος των αιτούντων το ποσό των 269,29 ευρώ, ο πέμπτος των αιτούντων το ποσό των 987,57 ευρώ, ο έκτος των αιτούντων το ποσό των 1.105,01 ευρώ και ο έβδομος των αιτούντων το ποσό των 1.632,74 ευρώ. Επομένως και με βάση τα προαναφερόμενα, οι απαιτήσεις των αιτούντων σε βάρος της καθ’ ης η αίτηση ανέρχονταν κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης, στο συνολικό ποσό των 55.662,89 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, από το οποίο η καθ’ ης η αίτηση ουδέν κατέβαλε. Κατόπιν, δε, άσκησης από τον πρώτο και τον έβδομο των αιτούντων της από 4-8-2023 και με αριθμό κατάθεσηςστη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών …/…/4-8-2023 αγωγής, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι με εξώδικες δηλώσεις τους προς την καθ’ ης η αίτηση δήλωσαν ότι εκλαμβάνουν ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους τη μονομερή βλαπτική μεταβολή της λόγω της πέραν του διμήνου μη καταβολής των αποδοχών τους και ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους καταγγέλθηκαν στις 17-2-2023 για τον πρώτο των αιτούντων και στις 17-3-2023 για τον έβδομο των αιτούντων και να υποχρεωθεί η καθ’ ης η αίτηση να τους καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, επίδομα Πάσχα έτους 2023 και δαπάνη τηλεργασίας, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 549/2025 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία περιουσιακών-εργατικών διαφορών), με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ειδικότερα αναγνωρίστηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας του πρώτου και του έβδομου των αιτούντων έληξαν στις 17-2-2023 και 17-3-2023 αντίστοιχα λόγω καταγγελίας εκ μέρους της καθ’ ης η αίτηση, υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει για αποζημίωση απόλυσης, αναλογία επιδόματος Πάσχα έτους 2023 και δαπάνες τηλεργασίας στον πρώτο των αιτούντων το συνολικό ποσό των 8.330,33 ευρώ και στον έβδομο των αιτούντων το συνολικό ποσό των 8.885,91 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη κατά το νόμο απαιτητό και επιβλήθηκαν υπέρ του πρώτου και του εβδόμου των αιτούντων και σε Βάρος της καθ’ ης η αίτηση δικαστικά έξοδα ύψους 500 ευρώ. Η υπ’ αριθ. 549/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία περιουσιακών-εργατικών διαφορών) κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, επιδόθηκε στην καθ’ ης η αίτηση στις 24-6-2025, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. …/24-6-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη και κατά αυτής δεν ασκήθηκαν τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα σύμφωνα με το υπ’ αριθ. …/16-9-2025 πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης τακτικών ή έκτακτων ενδίκων μέσων εκδοθέν από τη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η καθ’ ης η αίτηση διατηρεί μεγάλου ύψους οφειλές έναντι τρίτων, συμπεριλαμβανομένων φορέων του Δημοσίου. Ειδικότερα, πέραν των ανωτέρω ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τους αιτούντες, η καθ’ ης η αίτηση εμφανίζει ληξιπρόθεσμες οφειλές από μισθολογικές παροχές και αποζημιώσεις και προς έτερους πρώην εργαζόμενους σε αυτήν. Ειδικότερα όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 69/2023 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η καθ’ ης η αίτηση οφείλει στην … του … για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2022 το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ, στη … του … για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2022 το συνολικό ποσό των 1.836 ευρώ, στη … του … για δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2022 το συνολικό ποσό των 3.000 ευρώ, στον … του … για δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2022 το συνολικό ποσό των 1.500 ευρώ, στη … του … για δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2022 έως και τον Φεβρουάριο του έτους 2023 καθώς και για επίδομα αδείας του έτους 2023 το συνολικό ποσό των 6.972,25 ευρώ, στον … του … για δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 2022 έως και τον Φεβρουάριο του έτους 2023 το συνολικό ποσό των 6.000 ευρώ και στη … του … για δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2022 έως και τον Φεβρουάριο του έτους 2023 καθώς και για επίδομα αδείας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας του έτους 2023 το συνολικό ποσό των 8.825,76 ευρώ, άπαντα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους παροχής. Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 91/2023 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου η καθ’ ης η αίτηση οφείλει στην … του … για δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 2022 έως και τον Φεβρουάριο του έτους 2023 καθώς και για επίδομα αδείας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας του έτους 2023 το συνολικό ποσό των 11.250 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους παροχής. Με βάση την υπ’ αριθ. 1537/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών-τμήμα εργατικών διαφορών), η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 24-11-2023 και με αριθμό κατάθεσης …/…/24-11-2023 αγωγής και η οποία κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, η καθ’ ης η αίτηση οφείλει στην … του … για δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από τον Φεβρουάριο έως και τον Ιούνιο του έτους 2023, επίδομα Πάσχα του έτους 2023, επίδομα αδείας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας του έτους 2023 καθώς και για δαπάνες τηλεργασίας το συνολικό ποσό των 16.456,47 ευρώ και στον … του … για δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 2022 έως και τον Ιούνιο του έτους 2023, επίδομα Πάσχα του έτους 2023, επίδομα αδείας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας του έτους 2023 καθώς και για δαπάνες τηλεργασίας το συνολικό ποσό των 22.124 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη κατά το νόμο απαιτητό. Εξάλλου, η καθ’ ης η αίτηση διατηρεί ληξιπρόθεσμες οφειλές έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 100.000 ευρώ περίπου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την από 26-7-2023 αίτηση ρύθμισης οφειλών ν.5036/2023, η καθ’ ης η αίτηση, μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης, προέβη σε ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών – χρεών της προς το Δημόσιο συνολικού ποσού 99.092,34 ευρώ, με την υπαγωγή τους σε τμηματική καταβολή εβδομήντα δύο (72) δόσεων, την οποία ωστόσο δεν αποδεικνύεται ότι τηρεί καθώς δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει σχετικά διπλότυπα είσπραξης δόσεων, ενώ περαιτέρω δεν αποδεικνύεται ότι η καθ’ ης η αίτηση είναι φορολογικά ενήμερη καθώς δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας. Επιπλέον, ως προκύπτει από τις τελευταίες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις της καθ’ ης η αίτηση που αφορούν στη χρήση έτους 2024 (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. …/1-10-2025 ανακοίνωση της Υπηρεσίας Υποστήριξης και Ανάπτυξης των Πληροφοριακών Συστημάτων Γ.Ε.ΜΗ. και Υ.Μ.Σ.), αυτή διατηρεί υποχρεώσεις προς το Δημόσιο για παρακρατούμενους φόρους συνολικού ποσού 164.092 ευρώ και προς ασφαλιστικούς οργανισμούς συνολικού ποσού 741.258 ευρώ, το δε σύνολο των βραχυπρόθεσμων οικονομικών υποχρεώσεών της ανέρχεται σε 2.267.925 ευρώ, ενώ το σύνολο του ενεργητικού της σε 732.436 ευρώ, ήτοι η καθαρή της θέση, η οποία προκύπτει αν από το συνολικό ενεργητικό (περιουσιακά στοιχεία) αφαιρεθούν οι συνολικές υποχρεώσεις (χρέη), ήταν αρνητική. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω οικονομικές καταστάσεις της καθ’ ης η αίτηση που αφορούν στη χρήση έτους 2024 σε συνδυασμό με την από 10-9-2025 έκθεση διαχείρισης για τη χρήση έτους 2024, προκύπτει ως κύκλος εργασιών της το ποσό των 49.500 ευρώ στις 31-12-2024 (έναντι ποσού 685.943 ευρώ στις 31-12-2023), ήτοι ο κύκλος εργασιών χης καθ’ ης η αίτηση της χρήσης του έτους 2024 ήταν μειωμένος κατά ποσοστό 92,78% έναντι του αντίστοιχου της χρήσης του έτους 2023, ως αποτέλεσμα χρήσης μεταατίό φόρους ζημίες ποσού 401.616 ευρώ στις 31-12-2024 (έναντι ζημιών ποσού 386.449 ευρώ στις 31-12-2023) και ως καθαρή θέση της εταιρείας το ποσό των -1.540.270 ευρώ στις 31-12-2024 (έναντι – 1.138.654 ευρώ στις 31-12-2023). Προκύπτει, δηλαδή, με σαφήνεια από τα παραπάνω ότι η καθ’ ης η αίτηση τουλάχιστον από το έτος 2024 ήταν υπερήμερη ως προς την αποπληρωμή οφειλών ύψους άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ προς δημόσιους φορείς, καθώς επίσης και ως προς την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού της ύψους άνω των 150.000 ευρώ που διεκδικούνταν δικαστικά, η δε καθαρή της θέση ήταν σημαντικά αρνητική (-1.540.270 ευρώ στις 31-12-2024), ώστε να κρίνεται προβληματική η συνέχιση των εργασιών της. Με βάση τα προαναφερθέντα, κρίνεται ότι η καθ’ ης η αίτηση βρίσκεται τουλάχιστον από διετίας σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας να εκπληρώνει τις έναντι τρίτων ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις της, γεγονός που δεν οφείλεται σε παροδικά αίτια και το οποίο έχει διαταράξει την οικονομική της υπόσταση και έχει κλονίσει ανεπανόρθωτα την εμπορική της πίστη. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι εξακολουθούν να λαμβάνουν χώρα καταβολές ποσών προς πιστωτές της, αφού, όπως προκύπτει από τα στοιχεία πληρωμών των μηνών Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2025 και Ιανουάριου 2026 που η ίδια (η καθ’ ης η αίτηση) προσκομίζει, το μεν οι καταβολές αυτές δεν λαμβάνουν χώρα από έσοδα εκ της άσκησης της δραστηριότητάς της, αλλά από τρίτους (ήτοι από την αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…», με την οποία, επισημαίνεται, η καθ’ ης η αίτηση τυγχάνει συνδεδεμένη καθώς αποτελεί τη μοναδική εταίρο αυτής), το δε αφορούν κυρίως σε πιστωτές που προφανώς της επιτρέπουν τη συνέχιση της επαγγελματικής της δραστηριότητας [ήτοι τον προμηθευτή με την επωνυμία «…» που της παρέχει την πλατφόρμα που αποτελεί την τεχνική υποδομή της εταιρείας της καθώς της παρέχει όλους τους υπολογιστικούς πόρους προκειμένου να αναπτύξει ένα λογισμικό, να φτιάξει μια εφαρμογή και να «τρέξει» μια ιστοσελίδα και την εκμισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία «…» η οποία της εκμισθώνει τον χώρο όπου στεγάζεται η έδρα της], ώστε να κρίνεται ότι λαμβάνουν χώρα επιλεκτικά, καθώς και σε κάποιους μόνο εκ των εργαζομένων που απασχολεί σήμερα (εννέα από τους συνολικά έντεκα) και μάλιστα ποσών μικρότερων των αναφερόμενων στις αντίστοιχες αποδείξεις μισθοδοσίας και σε ημερομηνίες που ο μισθός είχε καταστεί προ πολλού απαιτητός, ενώ, σε κάθε περίπτωση, αφορούν σε ποσά που υπολείπονται σημαντικά του συνολικού ύψους των έναντι τρίτων οφειλών της όπως προκύπτουν υφιστάμενες μέχρι το έτος 2024, ιδίως έναντι φορέων του Δημοσίου, κατά τα προεκτιθέμενα, οφειλές που η καθ’ ης η αίτηση δεν ισχυρίζεται ότι έχουν μέχρι σήμερα εξοφληθεί ή διακανονιστεί. Συνεπώς, πληρούνται εν προκειμένω οι ουσιαστικές προϋποθέσεις κήρυξης της πτώχευσης και δη τόσο η υποκειμενική, αφού η καθ’ ης η αίτηση, ως ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία, τυγχάνει έμπορος κατά το τυπικό σύστημα, όσο και η αντικειμενική, λόγω της παύσης πληρωμών της κατά τρόπο γενικό και μόνιμο, παρελκούσας ως εκ τούτου της έρευνας του εκ μέρους των αιτούντων υποβληθέντος αιτήματος επίδειξης εγγράφων προς τον σκοπό αυτό. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις τελευταίες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις της καθ’ ης η αίτηση, που αφορούν στη χρήση έτους 2024, αυτή διέθετε εξοπλισμό αξίας 28.159 ευρώ, ταμειακά διαθέσιμα ύψους 1.600 ευρώ και απαιτήσεις έναντι τρίτων (εμπορικές -από συνδεδεμένες οντότητες- και λοιπές) ύψους 697.578 ευρώ. Από τα παραπάνω πιθανολογείται ότι η περιουσία της καθ’ ης η αίτηση, ως σύνολο υπαρχόντων και μελλοντικών άμεσα ρευστοποιήσιμων περιουσιακών αξιών, θα επαρκέσει για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας. Τέλος, δεν αποδεικνύεται ότι η άσκηση της υπό κρίση αίτησης αποτελεί μέσο πίεσης και υποκατάστατο της διαδικασίας της ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης ή ότι έγινε για σκοπούς άσχετους με την πτώχευση, δηλαδή με πρόθεση να εξαναγκασθεί η καθ’ ης η αίτηση να προβεί σε εξόφληση των απαιτήσεων των αιτούντων. Αντιθέτως, ενόψει ιδίως της προαναφερόμενης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που δεν τελεσφόρησε, καθώς ικανοποιήθηκαν μερικώς μόνο οι απαιτήσεις των αιτούντων (συγκεκριμένα τους έχει καταβληθεί το συνολικό ποσό των 7.022,69 ευρώ), των διαταγών πληρωμής και δικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί και των πολλών και διαφόρων ειδών ληξιπρόθεσμων οφειλών της, σε συνδυασμό και με την αδυναμία εξόφλησης των απαιτήσεων των αιτούντων, αποδεικνύεται ότι η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε με βάση αντικειμενικά διαπιστώσιμες εκδηλώσεις οικονομικής δυσπραγίας και συνεπώς δεν αφίσταται η υποβολή της των γενικότερων προϋποθέσεων του άρθρου 281 του ΑΚ, ενόψει και του ευρύτερου συμφέροντος της κοινωνίας για υγιή πίστη και συναλλαγή και για ανάγκη ικανοποίησης των δανειστών της οφειλέτιδος εμπόρου. Από κανένα επίσης στοιχείο δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη εμπράγματων ή άλλων εγγυήσεων που να διασφαλίζουν επαρκώς τις απαιτήσεις των αιτούντων, ώστε η άσκηση της αίτησης εκ μέρους τους, με την οποία επιδιώκεται η οργάνωση των πιστωτών της καθ’ ης η αίτηση, που έπαυσε τις πληρωμές της, σε συλλογική δράση, ώστε οι απαιτήσεις τους να ικανοποιηθούν συμμέτρως με τους άλλους πιστωτές της καθ’ ης η αίτηση, να καθίσταται καταχρηστική, απορριπτομένης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης της αίτησης που προέβαλε η τελευταία. Συνεπώς, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να κηρυχθεί η καθ’ ης η αίτηση σε κατάσταση πτώχευσης, να οριστεί ως χρόνος παύσης πληρωμφν η αντίστοιχη με την ημέρα δημοσίευσης της παρούσας ημέρα του έτους 2024 (τούτο εν όψει της διάταξης του άρθρου 81 παρ. 2 εδ. γ του ν.4738/2020, που ορίζει ότι ο χρόνος παύσης πληρωμών δεν μπορεί να απέχει πέραν της διετίας από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης), να οριστεί ως σύνδικος της πτώχευσης η Νικολέττα Βλασσιώτου του Ευσταθίου, κάτοικος Αθηνών, επί της οδού Ακαδημίας αριθ. 19, με αριθμό μητρώου διαχειριστών αφερεγγυότητας 71, που αποδέχεται τον διορισμό της, να διαταχθεί η σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αιτούντων σε ηάρος της πτωχευτικής περιουσίας (άρθρο 89 του ν.4738/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Εισηγητής της πτώχευσης του Πρωτοδικείου Αθηνών έχει διορισθεί με απόφαση της Ολομέλειας του κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 132 εδ. β του ν.4738/2020 και ως εκ τούτου δεν διορίζεται με την παρούσα απόφαση. Τέλος, πρέπει να δημοσιευθεί περίληψη της παρούσας απόφασης στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213 του ν.4738/2020 (άρθρο 84 παρ. 1 και 2 του ν.4738/2020), καθώς και να καταχωρισθεί και να δημοσιευθεί η απόφαση αυτή στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (άρθρο 33 παρ. 1 περ. στ του ν.4919/2022 σε συνδυασμό με άρθρο 84 παρ. 2 του ν.4738/2020), κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 1-7-2023 και με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του καταργηθέντος Ειρηνοδικείου Αθηνών …/…/5-7-2023 αίτηση και Β) την από 28-7-2023 και με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του καταργηθέντος Ειρηνοδικείου Αθηνών …/…/31-7-2023 κύρια παρέμβαση, οι οποίες εισήχθησαν προς συζήτηση με την από 29-10-2025 και με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού …/…/29-10-2025 κλήση, αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την παραπάνω κύρια παρέμβαση.

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανωτέρω αίτηση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ σε κατάσταση πτώχευσης την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία «…», όπως μετονομάστηκε η εταιρεία με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην … Αττικής, επί της Λεωφόρου … αριθ. … και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. … και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ….

ΟΡΙΖΕΙ ημέρα παύσης των πληρωμών την αντίστοιχη με την ήμερα δημοσίευσης της παρούσας απόφασης ημέρα του έτους 2024.

ΔΙΟΡΙΖΕΙ σύνδικο της πτώχευσης τη δικηγόρο Αθηνών Νικολέττα Βλασσιώτου του Ευσταθίου, εγγεγραμμένη στο μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας Α’ Τάξης, με αριθμό 71, κάτοικο Αθηνών, επί της οδού Ακαδημίας αριθ. 19.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη σφράγιση της περιουσίας της πτωχής από τη σύνδικο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη δημοσίευση περίληψης της παρούσας απόφασης στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213 του ν.4738/2020 καθώς και στο Γ.Ε.ΜΗ..

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας τα δικαστικά έξοδα των αιτούντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29-4-2026.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies