απόλυσηαποφάσειςεγκυμοσύνη - μητρότητα - πατρότηταΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 824/2026

20 Αυγούστου 2026

Περίληψη:

Υπόθεση: Η ενάγουσα, υπάλληλος γραφείου, αμφισβητεί την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που πραγματοποίησε η εναγομένη ενώ η ενάγουσα τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης, χωρίς επίκληση σπουδαίου λόγου. Ζητεί αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας, καταβολή μισθών υπερημερίας, αποδοχή των υπηρεσιών της και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.

Πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος γραφείου. Στα τέλη Φεβρουαρίου 2025 πληροφορήθηκε ότι βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και ενημέρωσε σχετικά την υπεύθυνη της εναγομένης. Ακολούθως, η εναγομένη άλλαξε συμπεριφορά εις βάρος της: απαγόρευσε την ευέλικτη προσέλευση, αρνήθηκε να της γνωστοποιήσει διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για αποστολή δικαιολογητικών ιατρικής παρακολούθησης και, ενώ η ενάγουσα απείχε λόγω αναρρωτικής άδειας, κατήγγειλε μέσω ηλεκτρονικής επιστολής τη σύμβαση εργασίας, χωρίς επίκληση σπουδαίου λόγου. Η ενάγουσα αρνήθηκε να αποδεχθεί την καταγγελία με εξώδικη δήλωση, προσήλθε στον τόπο εργασίας της, όπου η εναγομένη αρνήθηκε να της επιτρέψει την είσοδο, και κάλεσε την αστυνομία για καταγραφή του συμβάντος. Στη συνέχεια προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία με πόρισμά της συντάχθηκε με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και επέβαλε διοικητική κύρωση. Ομοίως, ο Συνήγορος του Πολίτη διαπίστωσε με πόρισμά του ότι η καταγγελία είναι άκυρη.

Ζητήματα: 1. Εάν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εγκύου εργαζομένης χωρίς σπουδαίο λόγο είναι απολύτως άκυρη κατά το άρθρο 15 παρ. 1 ν. 1483/1984 και το άρθρο 66 παρ. 1 ν. 4808/2021. 2. Εάν η εναγομένη κατέστη υπερήμερη και οφείλει μισθούς υπερημερίας. 3. Εάν η ενάγουσα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη λόγω προσβολής προσωπικότητας από την άκυρη καταγγελία.

Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: 1. Άρθρο 15 παρ. 1 ν. 1483/1984: Απαγόρευση και απόλυτη ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας εγκύου ή τεκούσας εργαζομένης, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος. 2. Άρθρο 66 παρ. 1 ν. 4808/2021: Ακυρότητα καταγγελίας λόγω δυσμενούς διάκρισης ή ως αντίδρασης σε άσκηση νόμιμου δικαιώματος. 3. Άρθρο 281 ΑΚ: Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. 4. Άρθρα 349, 350, 655, 656 ΑΚ: Υπερημερία εργοδότη και υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας. 5. Άρθρα 57, 59, 914, 932 ΑΚ: Προστασία προσωπικότητας και αποζημίωση για ηθική βλάβη. 6. Άρθρο 621 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ: Διαδικασία εργατικών διαφορών — ερημοδικία διαδίκου. 7. Άρθρο 69 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ: Δυνατότητα επιδίκασης μελλοντικών απαιτήσεων. 8. Άρθρο 946 ΚΠολΔ: Χρηματική ποινή για μη συμμόρφωση. 9. Άρθρο 340 παρ. 1 ΚΑΕργΔ (π.δ. 80/2022): Τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία.

Η κρίση του δικαστηρίου: Το Δικαστήριο δίκασε ερήμην της εναγομένης, με τη διαδικασία να προχωρά σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Έκρινε την αγωγή παραδεκτή, εμπρόθεσμη και επαρκώς ορισμένη ως προς τα κύρια αιτήματα. Απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης. Ως προς την ουσία, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας, καθώς η ενάγουσα τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης και δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος. Υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού 15.027,12 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων δώρων εορτών και επιδόματος αδείας), νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο. Υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας υπό τους ίδιους όρους που ίσχυαν πριν την καταγγελία, με χρηματική ποινή 100,00 ευρώ ανά ημέρα μη συμμόρφωσης.

ΑΡΙΘΜΟΣ 824/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Σταυρούλα Παρασκευοπούλου (Πρωτοδίκης Ε.Ε.), την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών με την σύμπραξη της Γραμματέως Παναγιώτας Αθανασοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9-6-2026, για να δικάσει την υπόθεση:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: … του …, κατοίκου … Αττικής (οδός … αριθ. …), με ΑΦΜ …, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου με AM ΔΣΑ 029922 και της ασκούμενης δικηγόρου Αικατερίνης Ούτσα με AM ΔΣΑ 060958.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «… Ε.Ε.», που εδρεύει στην … Αττικής (οδός … αριθ. …), με ΑΦΜ …, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η καλούσα-ενάγουσα με την από 16-12-2025 κλήση της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με ΓΑΚ …/2025 και ΕΑΚ …/16-12-2025 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, νόμιμα επαναφέρει προς συζήτηση σε συντομότερο χρόνο, την από 20-6-2025 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με ΓΑΚ …/2025 και ΕΑΚ …/20-6-2025, η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 15-12-2025, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 16-2-2027.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας ανέπτυξε και προφορικά τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και στις έγγραφες προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΚΟΥΣΕ ΟΣΑ ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 621 παρ. 2, εδ. β’ του ΚΠολΔ «στις διαφορές που αναφέρονται στην παρ. 1, αν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή εμφανιστεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος στη συζήτηση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι». Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 271 και 272ΚΠολΔ περί εκκρεμοδικίας εναγομένου και ενάγοντος. Ως εκ τούτου, η ερημοδικία οποιοδήποτε διαδίκου στη διαδικασία των εργατικών διαφορών δεν επιφέρει βλαπτικές δικονομικές συνέπειες και η υπόθεση δικάζεται σαν να ήταν παρών κατά τη συζήτησή της ο απολειπόμενος διάδικος.

Από την υπ’ αριθ. …/26-1-2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 16-12- 2026 κλήσης της καλούσας-ενάγουσας με πράξη κατάθεσης, ορισμό δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην καθ’ ης η κλήση-εναγομένη. Πλην όμως, η τελευταία δεν εμφανίστηκε στη προαναφερόμενη δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου και επομένως, πρέπει να δικαστεί ερήμην με τη διαδικασία όμως να προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρα 270, 621 παρ. 2, εδ. β’ ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρα 361, 648, 669, 672 ΑΚ), είναι μονομερής, απευθυντέα και, κατά κανόνα, αναιτιώδης δικαιοπραξία, δηλ. δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλλοντα και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου, επίσης, έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, ήτοι μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον αντισυμβαλλόμενο εργαζόμενο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της σε αυτόν (προφορικώς, εγγράφως ή δι’ αγγέλου), λύεται, για το μέλλον, η έννομη σχέση είτε αμέσως [απρόθεσμη καταγγελία] είτε με την πάροδο ορισμένης προθεσμίας. Η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας όμως, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει, σα να τον απασχολούσε κανονικά, τις αποδοχές του – μισθούς υπερημερίας (άρθρα 361, 648, 649, 350, 349, 654, 655, 653, 656, 652 ΑΚ) δηλ. το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό του (ΑΠ 751/2020, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 13/2014 και ΑΠ 1249/2014 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 601/2013, ΑΠ 597/2002 ΔΕΕ 2003, 201, ΑΠ 1107/2000 ΕλλΔνη 2000, 1616) και ό, τι άλλο ο εργαζόμενος θα εισέπραττε, ως η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, μέχρι την άρση της υπερημερίας, ακόμη και για χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής του εργαζομένου, κατ’ άρθρο 69 παρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, [αφού από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικαστεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και, συνεπώς, μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω καταγγελία ή και με τη ρητή αποδοχή τους (βλ. ΑΠ 538/2017, ΑΠ 868/2018, ΕφΑθ 146/2020, ΝΟΜΟΣ)], ο δε εργαζόμενος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί, στο μέλλον, τις υπηρεσίες του απολυθέντος (ΑΠ 105/2020 – 597/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Υπάρχει δε τέτοιας μορφής υπέρβαση, όταν η καταγγελία έγινε για εκδίκηση σε βάρος του μισθωτού λόγω της συμπεριφοράς του, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του, αλλά απαρέσκει στον εργοδότη διότι εμφανίζεται αντίθετη με τα συμφέροντά του, καθώς και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, τα οποία δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος του, αλλά ικανοποιούν τις εγωιστικές του διαθέσεις απέναντι στους εργαζομένους, όπως συμβαίνει, όταν η απόλυση οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα, λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου μη αρεστής στον εργοδότη, διότι αυτός (εργαζόμενος) διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του (ΑΠ 751/2020, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 677/2014, ΑΠ 2093/2014 και ΑΠ 987/2013 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1117/2005 ΔΕΕ 2006, 424). Αντίθετα, το δικαίωμα του εργοδότη να προβεί στην καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του μισθωτού δεν ασκείται καταχρηστικά, όταν αυτή οφείλεται σε αντικειμενικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν, με γνώμονα το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης, τη λήξη αυτής. Δεν είναι, επομένως, καταχρηστική η καταγγελία που οφείλεται, μεταξύ άλλων στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του μισθωτού, σε ανεπαρκή απόδοση αυτού, σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή προς συναδέλφους του, εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης (ΑΠ 1683/2012 και ΑΠ 904/2012 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. Δημ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, έκδ. Γ , έτος 2015, σελ. 977 και Κων. Λαναράς, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, έκδ. 2011, σελ. 174-176). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι, που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς, ή πολύ περισσότερο, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο εργοδότης, ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε κάποια εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους – που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος – εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ [βλ. ΑΠ 723/2011 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 958/2007 ΕΕργΔ 67(2008).357=ΔΕΝ 64(2008).221, ΑΠ 516/2007 ΕΕργΔ 67(2008)219, ΑΠ 362/2007 ΕΕργΔ 66(2007)4487, ΑΠ 1689/2006 ΕΕργΔ 66(2007)4031, ΑΠ 1437/2006 ΔΕΕ 2007.1108, ΑΠ 1420/2006 ΕΕργΔ 66 (2007).556, ΑΠ 704/2006 ΔΕΕ 2007.1102, ΑΓΙ 448/2006 ΕΕργΔ 66(2007).613=ΕλΔ 49(2008)466, ΑΠ 1901/2005 ΕΕργΔ 65(2006).674=ΕλΔ 47(2006)4036, ΑΠ 655/2005 ΕΕργΔ 66(2007).77=ΕλΔ 47 (2006)4037]. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 132/2016, ΑΠ 1922/2007, ΑΠ 561/2007). Στην περίπτωση που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού κατά τα ανωτέρω. Επί αγωγής πάντως του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, η αγωγή δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στην σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεσθεί ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ’ υποφορά να προβληθεί με την αγωγή. Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (ΑΠ 460/2013, 1694/2012). Αν, όμως, ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα (κατ’ άρθρο 70 ΚΠολΔ) αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, τότε οφείλει για το ορισμένο αυτής, κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με πληρότητα και σαφήνεια, πέραν της σύμβασης εργασίας, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής του, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού περί ακυρότητας της καταγγελίας με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ, η βάση της αγωγής (ΑΠ 505/2021, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 460/2013, 309/2011, 1323/2010, 548/2010, 624/2008). Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αγωγής στην οποία ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης προβάλλεται η καταχρηστική εκ μέρους του εργοδότη άσκηση του σχετικού δικαιώματός του, πρέπει να διαλαμβάνονται οι συγκεκριμένοι λόγοι (ή λόγος) εξ αιτίας των οποίων (ή του οποίου) η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας είναι καταχρηστική (ΑΠ 105/2020) ήτοι τα περιστατικά από τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, να συνάγεται ότι η άσκηση υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα αξιολογικά όρια του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 84/2011). Από το συνδυασμό άλλωστε των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 108/2020, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1864/2011, δημ. ΝΟΜΟΣ).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 66§1 του ν. 4808/2021 (ΦΕΚ τ. A 101/19.06.2021) «Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον: α) Οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση], ή β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου ή γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, ιδίως, όταν πρόκειται για απόλυση: γα) που οφείλεται σε διάκριση για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1 του ν. 4443/2016 (Α’232) ως αντίμετρο σε καταγγελία ή αίτημα παροχής έννομης προστασίας, για τη διασφάλιση τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 4443/2016, γβ) που οφείλεται στην άσκηση των δικαιωμάτων σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης, σύμφωνα με το άρθρο 13, γγ) των εγκύων και τεκουσών γυναικών, όπως και του πατέρα του νεογεννηθέντος τέκνου για το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 15 του ν. 1483/1984 (ΑΊ 53), όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, γδ) ως αντίδραση στο αίτημα ή τη λήψη οποιοσδήποτε άδειας που προβλέπεται στο Μέρος III, σύμφωνα με το άρθρο 48, ή ευέλικτης ρύθμισης για λόγους φροντίδας του τέκνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 31, γε) κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 5 του α.ν. 539/1945 (Α’229), γστ) των πολύτεκνων, αναπήρων και εν γένει προστατευόμενων προσώπων, που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τον ν. 2643/1998 (Α’ 220), όταν δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ν. 2643/1998, γζ) των στρατευμένων, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3514/1928 (Α1 77), γη) των μετεκπαιδευόμενων εργαζομένων σε τουριστικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 1077/1980 (Α’ 225), γθ) που γίνεται κατά παράβαση της νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 1387/1983 (Α’ 110), γι) των συνδικαλιστικών στελεχών, όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 1264/1982 (Α’ 79), καθώς και των μελών των συμβουλίων εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 1767/1988 (Α1 63), όπως και των μελών της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και των εκπροσώπων των εργαζομένων, που ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση της παρ. 3 του άρθρου 56 του ν. 4052/2012 (Α’ 41), σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 64 του ν. 4052/2012, κατά το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 14 του ν. 1264/1982, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, για) που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 1264/1982, γιβ) λόγω μη αποδοχής από τον εργαζόμενο πρότασης του εργοδότη για μερική απασχόληση ή εκ περιτροπής εργασία, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990 (Α1 101), γιγ) των εργαζομένων που αρνούνται τη διευθέτηση, που έχει συμφωνηθεί συλλογικά και η άρνησή τους δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη, σύμφωνα με την περ. β’ της παρ. 1 και την περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 1892/1990, καθώς και των εργαζομένων που δεν υπέβαλαν αίτημα για διευθέτηση, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 41 του ν. 1892/1990, αν και τους ζητήθηκε από τον εργοδότη, γιδ) των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμα αποσύνδεσης της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 3846/2010 (Α’66)». Ειδικότερα, κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984 «Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι την συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη». Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 π.δ. 176/1997 «Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες γυναίκες κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπεται ότι: 1. Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζόμενων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων». Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει αφενός μεν ότι η προστασία από αυτές παρέχεται στην εργαζομένη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της, αφετέρου δε ότι η παράλειψη του εργοδότη να αναγγείλει τη γενόμενη καταγγελία της σύμβασης δεν επιφέρει την ακυρότητα αυτής. Το έγκυρο τη καταγγελίας, εφόσον έχει καταβληθεί και η νόμιμη αποζημίωση, συναρτάται με το λόγο που επικαλείται ο εργοδότης, ήτοι από το αν αυτός κριθεί σπουδαίος. Ως σπουδαίος λόγος για την καταγγελία θεωρούνται ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία κατ’ αντικειμενική κρίση καθιστούν κατά τη συναλλακτική καλή πίστη μη ανεκτή από τον εργοδότη την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξαρτήτως από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία. Σημειώνεται, δε, ότι η καλή πίστη δεν απαιτεί με κάθε τίμημα και θυσία ή ανοχή της εργαζόμενης μέχρι τη λήξη των παραπάνω προθεσμιών, αλλά θέτει ορισμένα όρια ανοχής, η υπέρβαση των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή από τη συμβατική δέσμευση. Το όριο της θυσίας το οποίο μπορεί ή δεν μπορεί να αξιωθεί ορίζεται από το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από ειδική εκτίμηση των ειδικών συνθηκών και τη στάθμιση των  συγκρουόμενων συμφερόντων των μερών, αφού ληφθεί υπόψη ότι η σύμβαση εργασίας δημιουργεί σχέση προσωπικής συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η έλλειψη των οποίων συνεπάγεται την ακαταλληλότητα της εργαζόμενης για την εργασία που συμφωνήθηκε. Έτσι η ουσιώδης παράβαση των υποχρεώσεων αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας, χωρίς να απαιτείται αναγκαία και υπαιτιότητα. Αρκεί και ένα μόνο περιστατικό, το οποίο, αντικειμενικώς θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της εργασιακής σχέσης για τον εργοδότη. Η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εγκύου εργαζομένης αποτελεί περιεχόμενο ένστασης του εργοδότη που ενάγεται για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας λόγω της -για την αιτία αυτή- ακυρότητας της καταγγελίας (ΑΠ954/2018, δημ. ΝΟΜΟΣ). Τέλος για την ύπαρξη αδικοπραξίας, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, απαιτείται, εκτός άλλων όρων, παράνομη συμπεριφορά [θετική πράξη ή παράλειψη] προσώπου. Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί και η προσβολή ορισμένου δικαιώματος άλλου ή απλώς συμφέροντος του προστατευόμενου από τη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάζεται. Το δικαίωμα της προσωπικότητας, ως πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του ατόμου και είναι με αυτό [άτομο] αναπόσπαστα συνδεδεμένα (άρθρο 2 παρ.1 Συντάγματος), προστατεύεται, σε περίπτωση προσβολής, από τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ. Η προσβολή της προσωπικότητας πρέπει να είναι παράνομη, να γίνεται δηλαδή όταν είτε δεν υπάρχει δικαίωμα είτε ασκείται υπάρχον δικαίωμα καταχρηστικώς (άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ.3 Συντάγματος). Αγαθά, που προστατεύονται από την προσωπικότητα, είναι και η τιμή και η επαγγελματική αξία του ατόμου. Η τιμή του ατόμου ειδικότερα αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση, απέναντι του, των άλλων και προστατεύεται, κυρίως, ως κοινωνικό αγαθό (άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος). Αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας είναι και η αποζημίωση προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής βλάβης του προσβαλλόμενου. Για την αξίωση αποζημίωσης προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης, συνισταμένη και σε πληρωμή εύλογου χρηματικού ποσού, απαιτείται και το στοιχείο της υπαιτιότητας (άρθρα 57 παρ.2, 59, 914, 299, 932, 926, 927, 71 ΑΚ). Οι όροι δηλαδή αυτής της παροχής εξομοιώνονται με εκείνους της αποζημίωσης [προσβολή, παράνομη συμπεριφορά που προκάλεσε την προσβολή, αιτιώδης σύνδεσμος της προσβολής με την παράνομη συμπεριφορά και υπαιτιότητα εκείνου που προσβάλλει]. Προκειμένου να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό λαμβάνονται υπόψη και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, όπως και η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, χωρίς να αναφέρεται αναγκαίως και σε τι συνίσταται η κατάσταση αυτή, η κοινωνική θέση του διαδίκου, που προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, το είδος και η έκταση της βλάβης. Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη, μειωτική προς την προσωπικότητα του εργαζομένου, κατά τις εκφάνσεις της τιμής καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητας, ως μείωση της επαγγελματικής αξίας του, όπως απόλυση του εργαζομένου από τον εργοδότη, κατά τρόπο που εκθέτει [μειώνει] τον απολυθέντα στους συναδέλφους του και στο κοινωνικό του περιβάλλον, ενόψει και του είδους της απασχόλησης και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος του εργαζομένου για πραγματική απασχόληση, δικαιολογεί αξίωση του τελευταίου (εργαζομένου) για αποζημίωση προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής του βλάβης. Η αξίωση αυτή στηρίζεται στα άρθρα 57 παρ.2, 59, 71, 299, 914, 926, 927, 932 ΑΚ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 361, 648, 669, 672 ΑΚ και δεν έχει σχέση με τις αξιώσεις από το ως άνω άρθρο 6 παρ.1 και 2 εδ. α Ν.3198/1955, συνεπώς δεν υπόκειται στις αποσβεστικές προθεσμίες του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 εδ. α Ν.3198/1955. Στο δικόγραφο της αγωγής, με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, πρέπει να εκτίθεται ότι ο εργαζόμενος υπέστη ηθική βλάβη για συγκεκριμένους λόγους από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη, που πρέπει ο εργαζόμενος και να αποδεικνύει (ΑΠ 1186/1990, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2234/2021, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ].

Με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει, ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 7-2-2025 για να απασχοληθεί , δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος γραφείου στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στην … Αττικής, επί πενθημέρου εβδομαδιαίως και επί οκταώρου ημερησίως, αντί του ισχύοντος τότε κατώτατου νόμιμου μισθού (830,00 ευρώ). Ότι η εναγομένη αιφνιδιαστικά και αναιτιολόγητα προέβη στην από 22-3-2025 καταγγελία της επίδικης σύμβασης χωρίς σπουδαίο λόγο και ενώ τελούσε σε καθεστώς προστασίας της μητρότητας, αφού προηγουμένως, ήδη από 24-2-2025, που έμαθε ότι είναι έγκυος, είχε ενημερώσει την εναγομένη για την εγκυμοσύνη της. Ότι διαμαρτυρήθηκε στην εναγομένη και δήλωσε σε αυτή εγγράφως, ότι δεν αποδέχεται την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας, εμφανιζόμενη δε στις 24-3-2025 στον τόπο εργασίας της προκειμένου να εργαστεί, πλην όμως η εναγομένη της αρνήθηκε την είσοδο και τέλος προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ότι λόγω της ακυρότητας της από 22-3-2025 καταγγελίας, η εναγόμενη έχει καταστεί υπερήμερη, οφείλει δε μισθούς υπερημερίας ποσού 830,0 ευρώ μηνιαίως και από 1-4-2026 ποσό 880,00 ευρώ έως 31-12-2027 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), συμπεριλαμβανομένων και των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ήτοι συνολικό ποσό 34.637,17 ευρώ και επικουρικώς το ποσό των 5.280,00 ευρώ για πρόσθετη αποζημίωση. Ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας προσέβαλε την προσωπικότητά της κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Με αυτό το ιστορικό, όπως εκτενέστερα εκτίθεται, η ενάγουσα ζητεί α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 22-3-2025 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της για τους λόγους που αναφέρονται στο ιστορικό, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης όπως ίσχυε πριν από την απόλυσή της και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της, να καταδικαστεί κατ’ άρθρο 946ΚΠολΔ στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 50.000,00 ευρώ, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 44.637,17 ευρώ για τις ως άνω αναφερόμενες αιτίες, ήτοι το ποσό των 34.637,17 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, νομιμοτόκως το κάθε επί μέρους κονδύλιο από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, δ) επικουρικά να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως πρόσθετη αποζημίωση το ποσό των 5.280,00 ευρώ, ε) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και στ) να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, παραδεκτά κατά τα άρθρα 7, 9, 13, 14 παρ.2, 16 αριθ. 2 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και  κατά τόπο αρμόδιο, κατά την προκειμένη διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθ. 3 στοιχ. α’, 621 ΚΠολΔ) έχει δε, σχετικά με το κύριο αίτημα της για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και τη σωρευόμενη με αυτό αξίωση για μισθούς υπερημερίας ασκηθεί παραδεκτά εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 340 παρ. 1 του ΚΑΕργΔ, (σε συνδυασμό με τα άρθρα 279, 280, 240, 241, 242, 243, 251 ΑΚ), καθώς, με επικαλούμενο χρόνο καταγγελίας την 22-3-2025, η αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 20-6-2025 και επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 23-6-2025 (βλ. τη με αριθμό …/23-6-2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), είναι επαρκώς ορισμένη κατά τη βάση της που στηρίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 15 του ν.1483/1984, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της από 22-3-2025 καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, την καταβολή μισθών υπερημερίας, καθότι αναφέρονται στο υπό κρίση δικόγραφο όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρο 216 ΚΠολΔ) στοιχεία προς θεμελίωση του αιτήματος της κατά τρόπο ώστε να μη δημιουργείται σύγχυση στην εναγόμενη, προκειμένου να αμυνθεί, ούτε το δικαστήριο να στερείται της δυνατότητας να ελέγξει τη νομική και την ουσιαστική βασιμότητά της (βλ, ΑΠ 1411/2009, ΑΠ 2/2001 ΕΕΔ 61, 315, ΑΠ 797/2001, ΕΕΔ 61, 1430) και νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας, διατάξεις και, επιπλέον, σε αυτές των άρθρων 341, 345, 346, 361, 648, 653, 655, 656, 659, 669 παρ. 2 ΑΚ, 2, 5 του ν. 3198/1955, άρθρα 1, 4, 5, 7, 8, 313 παρ. 1, 315 του ΚΑΕργΔ (π.δ. 80/2022, Α’ 222), 7 εδ. α’ ν.2112/1920, 1 παρ. 1 του ν.1082/1980 και α.ν.1777/1951 σε συνδυασμό με ΥΑ 19040/1981 (επιδόματα εορτών), 3 παρ. 16 ν.4504/1966, 1 παρ. 3 ν.4547/1966 (επίδομα αδείας), 68, 69 § 1 εδ. α’, 70, 176, 191 παρ. 2, 218, 221 παρ. 1 γ’ 946 του ΚΠολΔ (ΑΠ 966/2009, ΕλλΔνη 2009.700· ΑΠ 1540/2006, ΤΝΠ Νόμος· ΑΠ 1167/1999, ΤΝΠ Νόμος Κιουπτσίδου — Στρατουδάκη σε Κεραμεύς/Κονδυλης/Νίκας ΕρμΚΠολΔ, β έκδ., άρθρο 946, αριθμ.1), πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί επιδίκασης ποσού 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που η ενάγουσα επικαλείται ότι υπέστη λόγω της άκυρης καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης, εφόσον μόνη η άκυρη απόλυση χωρίς την συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, όπως όταν υπάρχει δόλια προαίρεση του εργοδότη να προσβάλλει την προσωπικότητα του εργαζομένου μειώνοντας την επαγγελματική του αξία και υπόληψη, δεν συνιστά καθαυτή προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, ώστε να δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξάλλου η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για την καταβολή των ενοχικώς οφειλόμενων αποδοχών και η παρακράτησή τους από αυτόν δεν συνιστά αδικοπραξία και κατά συνέπεια δεν θεμελιώνει αξίωση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω προσβολής προσωπικότητας, η δε ενάγουσα δεν επικαλείται πέραν της ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης επιπλέον πραγματικά περιστατικά από τα οποία να μπορούσε να θεμελιωθεί αδικοπρακτική ευθύνη της τελευταίας. Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά την καταβολή των νομίμων τελών συζητήσεως της και της δικηγορικής αμοιβής, μη υποκείμενη σε τέλος δικαστικού ενσήμου, κατ’ άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ, ως ισχύει, [σύμφωνα με το οποίο στις εργατικές διαφορές δεν καταβάλλεται το κατά νόμο ΓΠΟΗ/1912 τέλος δικαστικού ενσήμου για αιτήματα της αγωγής ή της αίτησης μέχρι του ποσού των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ], μετά την παραδεκτή παραίτηση της ενάγουσας με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναλύεται στις προτάσεις του επικουρικού αιτήματος καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης ποσού 5.280,00 ευρώ και τον περιορισμό του κύριου αιτήματος της αγωγής στο ποσό των 15.027,12 ευρώ που αφορά μισθούς υπερημερίας από Μάρτιο 2025 έως 9-6-2026 (ημερομηνία συζήτησης της παρούσας) αναλογία δώρου Πάσχα 2025 δώρο Χριστουγέννων 2025 και επίδομα Πάσχα 2026 και εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησής της, έχει προσκομιστεί η από 3-6-2025 έγγραφη ενημέρωση για τη δυνατότητα επίλυσης διαφοράς με διαμεσολάβηση (κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του ν.4640/2019, ΦΕΚ Α 90/30-11-2019).

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, από το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενων εγγράφων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΚΠολΔ 336 παρ.3, 339, 395], από τη σιωπηρή ομολογία διαδίκου, η οποία συνάγεται από τη μη ειδική αμφισβήτηση πραγματικού ισχυρισμού του αντιδίκου του [ΚΠολΔ 261 εδ.β, 352], αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη η οποία εκμεταλλεύεται επιχείρηση παροχής υπηρεσιών διαδικτυακού επαγγελματικού οδηγού με έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, στις 7-2-2025, ως υπάλληλος γραφείου στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στην … Αττικής, παρέχοντας τις υπηρεσίες της επί πενθημέρου εβδομαδιαίως και επί οκταώρου ημερησίως, αντί του κατώτατου νομοθετημένου μισθού. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα στα τέλη Φεβρουάριου 2025 έμαθε ότι βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, ενημερώνοντας για αυτό την υπεύθυνη της εναγομένης στις 24-2-2025, γεγονός που προκάλεσε την αλλαγή της συμπεριφοράς της εναγομένης προς το χειρότερο, ήτοι απαγορεύτηκε η ευέλικτη προσέλευσή της στην εργασία, όπως ίσχυε προηγουμένως, αρνήθηκε να της υποδείξει την διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στην οποία θα έστελνε τα δικαιολογητικά έγγραφα της απουσίας της για την ιατρική παρακολούθηση της εγκυμοσύνης και εν τέλει στις 22-3-2025, ενώ απείχε από την εργασία της λόγω αναρρωτικής άδειας, η εναγομένη κατήγγειλε μέσω ηλεκτρονικής επιστολής την επίδικη σύμβαση εργασίας, χωρίς επίκληση σπουδαίου λόγου, καλώντας της να εμφανιστεί στις 24-3-2025 προκειμένου να υπογράψει το έγγραφο της καταγγελίας. Η ενάγουσα με την από 24-3-2025 εξώδικη δήλωσή της που κοινοποίησε στην εναγομένη αυθημερόν (βλ. την υπ’ αριθ. …/24-3-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Λιντζέρη) και μετά την άρνηση της εναγομένης να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, κατά την προσέλευσή της στην εργασία της, καλώντας δε και την αστυνομία προκειμένου να καταγραφεί το συμβάν, διαμαρτυρήθηκε στην εναγομένη για την παράνομη και συνεπώς άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, δηλώνοντας ότι δεν την αποδέχεται. Στην συνέχεια, η ενάγουσα με την υπ’ αριθ. πρωτ. …/24-3-2025 αίτησή της προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων …), όπου σύμφωνα με το υπ’ αριθ. πρωτ. …/2-12-2025 πόρισμα της επιθεωρήτριας , η υπηρεσία συντάχθηκε με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, αναφέροντας ότι θα προχωρήσει στην επιβολή διοικητικής κύρωσης για παράβαση των προστατευτικών για την μητρότητα διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας. Όμοια αναφέρονται και στο υπ’ αριθ. πρωτ. …/…/24-11-2025 πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη, σύμφωνα με το οποίο διαπιστώθηκε ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας είναι άκυρη. Λόγω δε της ακυρότητας της καταγγελίας, καθότι η ενάγουσα τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης και χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, η εναγομένη κατέστη υπερήμερη και οφείλει μισθούς υπερημερίας από 24-3-2025 έως την ημερομηνία συζήτησης της κρινόμενης αγωγής στις 9-6-2026 (όπως το σχετικό αγωγικό αίτημα περιορίστηκε), συνολικού ποσού 15.027,12 ευρώ. Ειδικότερα, για επτά ημερομίσθια μηνός Μαρτίου 2025 το ποσό των 431,60ευρώ (7 X 830,00 / 25), το ποσό των 880,00 ευρώ για κάθε μήνα από τον Απρίλιο του 2025 έως τον Μάιο του 2026, το ποσό των 281,60 ευρώ για οκτώ ημερομίσθια του μηνός Ιουνίου 2026 (8 X 880,00 / 25). Επίσης, οφείλεται το ποσό των 916,66 ευρώ για επίδομα δώρου Χριστουγέννων 2025 (880,00 X 1,04166, το ποσό των 178,93 ευρώ για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2025 (880,00 / 25 X 4,88 X 1,04166), το ποσό των 440,00 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2025 το ποσό των 458,33 ευρώ για δώρο Πάσχα 2026 (880,00 / 2 X 1,04166). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η υπό κρίση αγωγή (όπως αυτή περιορίστηκε) πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι η από 22-3-2025 καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα ως μισθούς υπερημερίας το ποσό των 15.027,12 ευρώ νομιμοτόκως από τότε που η εκάστη επιμέρους εργατική απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή μέχρι την πλήρη εξόφληση, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας υπό όμοιους όρους με αυτούς που ίσχυαν προ της απολύσεώς της, επιβάλλοντας σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους 100,00ευρώ υπέρ της ενάγουσας για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης προς την υποχρέωση αυτή, να κηρυχθεί η απόφαση αυτή ως προς τις παραπάνω διατάξεις της προσωρινά εκτελεστή, δεδομένου ότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις και επιπρόσθετα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα (907, 908 παρ. 1 περ. ε’ και 910 αριθ. 4ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να οριστεί παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την εναγόμενη (άρθρα 501, 503, 505ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η εναγομένη λόγω της ήττας της στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας (άρθρο 176ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εναγομένης.

ΟΡΙΖΕΙ παράβολο ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των 150,00 ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ την κρινόμενη αγωγή (όπως αυτή περιορίστηκε).

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 22-3-2025 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων είκοσι επτά ευρώ και δώδεκα λεπτών (15.027,12 ευρώ), νομιμοτόκως, από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να απασχολεί την ενάγουσα αποδεχόμενη την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία της υπό όμοιους όρους με αυτούς που ίσχυαν πριν από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, επιβάλλοντας σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους 100,00 ευρώ υπέρ της ενάγουσας για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την υποχρέωση αυτή.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων ευρώ (400,00 ευρώ).

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του 15 Ιουλίου 2026.

©2022 VlachopoulosLaw. Designed & Developed by CityConsulting

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies