Τελευταία ενημέρωση: 18 Ιουλίου 2022
Γράφει ο Δικηγόρος – εργατολόγος Δημήτρης Βλαχόπουλος | Δικηγορικό γραφείο εργατικού δικαίου Δημήτρης Βλαχόπουλος & συνεργάτες
α) Στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως και στη σύμβαση εργασίας, παρέχεται εργασία έναντι αμοιβής.
Η διαφορά τους έγκειται στο ότι στη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος δεσμεύεται από τις οδηγίες και εντολές του εργοδότη σχετικά με τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής της εργασίας, ενώ στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών δεν υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και δεν είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με τις εντολές και οδηγίες του, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών πάντως μπορεί να υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση. Η ποιότητα της δέσμευσης είναι αυτή που διακρίνει την εξαρτημένη από τη ανεξάρτητη εργασία.
Π.χ. λογιστής παρέχει ως υπηρεσία την τήρηση των λογιστικών βιβλίων μιας επιχείρησης και καθορίζει ο ίδιος, χωρίς κανέναν έλεγχο, ποιες ημέρες και ώρες θα μεταβεί στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης για να εργαστεί ή αν θα το κάνει με τηλεργασία.
Οι διατάξεις του εργατικού δικαίου λ.χ. σχετικά με τις υπερωρίες, τα επιδόματα εορτών, τις άδειες και την απόλυση δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
β) Στη σύμβαση έργου, ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την εκτέλεση ενός συγκεκριμένου έργου. Αντικείμενο δηλαδή της σύμβασης δεν είναι η εργασία αλλά το συγκεκριμένο έργο.
Ο παρέχων το έργο (εργολάβος), συνεπώς, δεν δεσμεύεται από τις οδηγίες και εντολές του εργοδότη σχετικά με τον τρόπο, χρόνο και τόπο εκτέλεσης του έργου και φέρει ο ίδιος τον κίνδυνο του έργου, μέχρι να γίνει η παράδοσή του στον εργοδότη.
Διαθέτει μάλιστα, κατά κανόνα, δική του επιχειρηματική οργάνωση (εξοπλισμό, προσωπικό, τεχνογνωσία κ.λπ.).
Π.χ., ελαιοχρωματιστής αναλαμβάνει το βάψιμο ενός γραφείου, χρησιμοποιώντας τον εξοπλισμό και το προσωπικό του.
Ούτε στη σύμβαση έργου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου.
Σημαντικό: Στην εργασιακή πραγματικότητα είναι συχνό φαινόμενο, ο εργοδότης, ως ο ισχυρότερος διαπραγματευτικά πόλος της εργασιακής σχέσης, να αξιώνει από τον εργαζόμενο (με σκοπό να αποφύγει το βάρος των υποχρεώσεων που συνεπάγεται η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως καταβολή επιδομάτων, αποζημίωσης κατά την απόλυση κ.α.) να υπογράψει σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Σ’ αυτήν την περίπτωση πρόκειται για ψευδεπίγραφη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου που στην πραγματικότητα λειτουργεί ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και κατά συνέπεια ο εργαζόμενος απολαμβάνει κανονικά όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, παρότι δεν υπέγραψε τέτοια.
Το κριτήριο για τη διάκριση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου είναι πάντοτε ποιοτικό, δηλαδή προκύπτει από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας. Δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η μη ασφάλιση του εργαζομένου ως μισθωτού και η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών (απασχόληση με μπλοκάκι).
Τεκμήριο ύπαρξης εξαρτημένης εργασίας
Στον νόμο προβλέπεται τεκμήριο ύπαρξης εξαρτημένης εργασίας, εφόσον πληρούνται δύο ουσιαστικές προϋποθέσεις: (α) ο εργαζόμενος να παρέχει την εργασία του αυτοπροσώπως και, τουλάχιστον κατά κύριο λόγο, στον ίδιο εργοδότη και (β) η απασχόλησή του αυτή να διαρκεί για 9 συνεχείς μήνες.
