Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Υπερεργασία και υπερωρία. Πώς αμείβονται. Για να έχει νομική πληρότητα, το δικόγραφο αγωγής μισθωτού που έχει αίτημα την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, θα πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα εργασίας. Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Για την εγκυρότητά της απαιτείται να είναι έγγραφη και να γίνει καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης. Ο αναιτιώδης χαρακτήρας της καταγγελίας δεν θίγεται ακόμα και μετά την κύρωση με τον ν. 4359/2016, του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, αφού με το άρθρο 24 στοιχείο β’ αυτού, ως συνέπεια της παραβίασης του ως άνω δικαιώματος προβλέπεται μόνο το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση. Ο εργαζόμενος, εφόσον θεωρεί την καταγγελία άκυρη, μπορεί, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 656 ΑΚ με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013, να αξιώσει ευθέως εκ του νόμου την επαναπασχόλησή του, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί και να αποδείξει τη συνδρομή επιπλέον περιστατικών που να καθιστούν την άρνηση του εργοδότη καταχρηστική. Αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση. Κρίση ότι πραγματοποιήθηκε υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση. Το εξώδικο της εναγόμενης προς τον εργαζόμενο, δια του οποίου του δηλώνει ότι αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, αποτελεί στην πραγματικότητα καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η οποία είναι άκυρη όχι απλά λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, αλλά ταυτόχρονα και ως καταχρηστική λόγω του εκδικητικού της χαρακτήρα, ως οφειλόμενη σε προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ο ενάγων δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, λόγω της με τον ανωτέρω τρόπο απόλυσής του. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 5.402,15 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 1427/2020

Γενικός αριθμός κατάθεσης αγωγής: ………./2019

Αριθμός κατάθεσης δικογράφου: ………/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Μιχαήλ Φίλιππα, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Παναγιώτα Αθανασοπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 14η Φεβρουαρίου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………….. του …………., με Α.Φ.Μ. …………., κατοίκου ………… Αττικής, οδ. ………… αρ. …….., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου με Α.Μ. 29922 του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………», νομίμως εκπροσωπούμενης, με Α.Φ.Μ. ………….. και έδρα στη ……………. Αττικής, οδ. ………… αρ. ………….., η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου της Ρήγα Μπαμπούρη με Α.Μ. 21127 του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Ο ενάγων ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 30-12-2019 αγωγή του, με γενικό αριθμό κατάθεσης …………/2019 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………../2019, της οποίας η συζήτηση προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την εκφώνησή της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν του ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου και τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου ΙΑ.14 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, αντικαταστάθηκε η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 42 του Ν. 1892/90, η οποία προέβλεπε την υποχρεωτική οργάνωση της εβδομαδιαίας 40ωρης εργασίας σε πενθήμερη βάση, για τους εργαζόμενους στα καταστήματα (η έννοια των οποίων καθορίζεται στο αρ.1 του Ν.Δ. 1037/71). Με τη νέα ρύθμιση δόθηκε η δυνατότητα στους εκπροσώπους εργοδοτών και εργαζομένων σε επιχειρήσεις – καταστήματα (των οποίων η έννοια καθορίζεται στο αρ.1 του Ν.Δ. 1037/1971), να καθορίζουν μέσω Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ) τις ημέρες εβδομαδιαίας απασχόλησης των εργαζομένων σε αυτά. Σημειωτέον, όμως, ότι σε περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται τέτοια ΣΣΕ, με την οποία καθορίζεται πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία για τους εργαζόμενους σε καταστήματα, εφαρμογή έχουν οι γενικές ρυθμίσεις για την εξαήμερη εβδομαδιαία εργασία. Επιπλέον, κατά το άρθρο 1 του ν. 3385/2005, όπως οι παρ. 1, 3 και 5 αυτού αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010 «σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25 %) και πλέον 20% σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύoυσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται, για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40 %). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60 %). 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)». Για να έχει νομική πληρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ το δικόγραφο αγωγής μισθωτού που έχει αίτημα την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, θα πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα εργασίας (βλ. ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 1548/2011, ΑΠ 66/2007, ΑΠ 2168/2007, ΑΠ 842/2003, ΕφΑΘ 3879/2012 άπασες εις Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920,1, 3 παρ. 1, 5 του ΒΔ από 16.7.1920 και 5 του Ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη το οποίο ασκείται με τη μορφή της μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί πλήρης η νόμιμη αποζημίωση. Η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στη μη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων (έγγραφο και καταβολή πλήρους αποζημίωσης) είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, δηλαδή καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, (ΑΠ 1107/2000 ΔΕΝ 2001.339, ΑΠ 380/2000 ΔΕΝ 2000.1442, ΕφΘεσ 1341/2000 ΔΕΝ 2001.339) και θεωρείται σαν να μην έγινε (3, 174, 180 ΑΚ). Ο αναιτιώδης χαρακτήρας της καταγγελίας δεν θίγεται ακόμα και μετά την κύρωση με τον ν. 4359/2016, του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, αφού με το άρθρο 24 στοιχείο β’ αυτού, ως συνέπεια της παραβίασης του ως άνω δικαιώματος προβλέπεται μόνο το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση (βλ. ΑΠ 1512/2018 ΕΠολΔ 2019. 323 και Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Η ακυρότητα της καταγγελίας, πάντως, είναι σχετική υπέρ του μισθωτού, ο οποίος έχει την ευχέρεια, είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει τις αποδοχές του λόγω υπερημερίας του εργοδότη του, προσφέροντας κανονικά τις υπηρεσίες του, είτε, παραιτούμενος ρητά ή σιωπηρά του δικαιώματος προσβολής του κύρους της καταγγελίας, να την θεωρήσει έγκυρη και να ζητήσει την πλήρη αποζημίωσή του, όπως ο νόμος ορίζει (βλ. ΑΠ 277/2016 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 55/2015 ΔΕΕ 2015. 1149, ΑΠ 1900/2005 ΔΕΕ 2006. 815, ΑΠ 548/2000 ΕλΔνη 41,1615). Εξάλλου ο εργαζόμενος, εφόσον θεωρεί την καταγγελία άκυρη, μπορεί, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 656 ΑΚ με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013, να αξιώσει ευθέως εκ του νόμου την επαναπασχόλησή του, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί και να αποδείξει τη συνδρομή επιπλέον περιστατικών που να καθιστούν την άρνηση του εργοδότη καταχρηστική (βλ. ΑΠ 98/2018 ΕΕργΔ 2018. 982, ΑΠ 1148/2017 ΕΕργΔ 2018.60, 73, και για τα ισχύοντα πριν την αντικ. του άρθρου 656 ΑΚ αντί πολλών ΟλΑΠ 9/2011). Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 299, 330, 648, 672, 914, 932 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι, αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση (βλ. ΑΠ 90/2018 οπ.π., ΑΠ 254/2012, ΑΠ 1540/2006 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, όταν ο μισθωτός δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές κακόβουλα και συγκεκριμένα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση του Ν.2112/1920, στην οποία και μόνο αποβλέπει, τότε η ενάσκηση της αξίωσης για αποζημίωση λόγω απόλυσης ή η προβολή της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη τήρησης των ανωτέρω διατυπώσεων του νόμου και η εντεύθεν αναγνώριση της υπερημερίας του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών προς αυτόν του ενάγοντος μισθωτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς μπορούν να αποκρουσθούν με την προβολή από τον εργοδότη της ένστασης για καταχρηστική άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων του μισθωτού, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ (βλ. ΑΠ 182/2008, 695/2007, ΕφΘεσσαλ 1861/2019 αμφότερες εις Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, ο ενάγων ιστορεί στην υπό κρίση αγωγή του ότι το έτος 2017 κατήρτισε με την εναγόμενη εταιρία, ως εργοδότρια, άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του πωλητή σε κατάστημα λιανικής, με πλήρη απασχόληση με το σύστημα της εξαήμερης εργασίας από Δευτέρα ως Σάββατο και μεικτές μηνιαίες αποδοχές 750,00 ευρώ. Ότι ήδη από την αρχή της εργασιακής σχέσης η εναγόμενη τον υποχρέωνε να εργάζεται επί 7 και 1/2 ώρες ημερησίως με κυλιόμενες βάρδιες και ειδικώς το δίμηνο Δεκεμβρίου 2017 – Ιανουαρίου 2019 επί 12 και 1/2 ώρες ημερησίως, χωρίς ποτέ να του καταβάλει την αμοιβή που αντιστοιχούσε στις ώρες υπερωρίας και υπερεργασίας του. Ότι την 11-7-2019 τον τοποθέτησε χωρίς τη συναίνεσή του στις κεντρικές αποθήκες της, όπου βρισκόταν και τα γραφεία του ηλεκτρονικού – διαδικτυακού της καταστήματος. Ότι η τοποθέτηση αυτή αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αφού στο χώρο αυτό δεν υπάρχει φυσικό κατάστημα όπου μπορούσε να εργαστεί ως πωλητής, η ίδια γνώριζε ότι αυτός παρουσιάζει πρόβλημα υγείας στη σπονδυλική στήλη που επιβαρύνεται όταν μετακινεί βαριά φορτία, και μάλιστα επί δύο ημέρες, την 18η και την 19η Ιουλίου, τον άφησε να περιφέρεται στο κτίριο χωρίς εργασιακά καθήκοντα. Ότι την 17-12-2019 του κοινοποίησε εξώδικη δήλωση στην οποία αναφέρει ότι θεωρεί ότι ο ίδιος αποχώρησε οικιοθελώς από την εργασία του, άλλως επικουρικά καταγγέλλει η ίδια τη σύμβαση χωρίς καταβολή αποζημίωσης απόλυσης λόγω σκόπιμης αντισυμβατικής συμπεριφοράς του. Ότι τα διαλαμβανόμενα στο εξώδικο αυτό και η άρνηση της εναγόμενης να δέχεται στο εξής τις υπηρεσίες του συνιστούν καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την πλευρά της, που δεν στηρίζεται σε βάσιμο λόγο και έγινε εκδικητικά, λόγω της προσφυγής του στην επιθεώρηση εργασίας, της διεκδίκησης των δικαιωμάτων του και της άρνησής του να δεχτεί μείωση των αποδοχών του. Ζητεί για τους λόγους αυτούς, μετά από παραδεκτό και νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ως προς τα χρηματικά ποσά αποδοχών υπερημερίας, που έγινε με τις προτάσεις του και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου του στο ακροατήριο, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω από 17-12-2019 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ως παράνομης και καταχρηστικής, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, υπό την απειλή χρηματικής ποινής 300,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει α) το ποσό των 1.110,00 ευρώ, ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την άκυρη απόλυσή του ως την 31-1-2020, β) το ποσό των 2.278,80 ευρώ ως αμοιβή υπερεργασίας του, κατά τα χρονικά διαστήματα και τις ώρες που ειδικότερα αναφέρονται στο δικόγραφο, με το νόμιμο τόκο από το χρόνο που έκαστο επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, γ) το ποσό των 1.968,30 ευρώ, ως αποζημίωση παράνομης κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και δ) το ποσό των 4.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, άλλως επικουρικώς προς τα ανωτέρω, για την περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας έχει λυθεί ή ήταν άκυρη, να υποχρεωθεί η εναγόμενη α) να του καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 1.750,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία, άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, υπό την απειλή χρηματικής ποινής 300,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με την σχετική διάταξη της απόφασης που θα εκδοθεί, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η αγωγή αυτή, για το καταψηφιστικό περιεχόμενο της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, αφού δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000,00 ευρώ που αποτελεί το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή δικαστικού ενσήμου (71 ΕισΝΚΠολΔ σε συνδυασμό με την ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 2 ΚΠολΔ για το χρηματικό όριο της καθ’ ύλη αρμοδιότητας των Ειρηνοδικείων), έχει καταβληθεί το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. τα υπ’ αρ. ……………. και ………….. παράβολα αγωγοσήμου) παραδεκτά κατατέθηκε και εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που είναι κατά τα άρθρα 14 § 2 και 22 ΚΠολΔ καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να τη δικάσει κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (614 επ. ΚΠολΔ), με εξαίρεση το επικουρικό αίτημα παροχής πιστοποιητικού εργασίας, επιχειρούμενο να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 678 ΑΚ, που είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας διότι ο ενάγων δεν επικαλείται ότι αξίωσε πράγματι από την εναγόμενη την παροχή του εν λόγω πιστοποιητικού και ότι η τελευταία του το αρνήθηκε (βλ. ΑΠ 667/2012, ΕφΠειρ. 595/2018 σε Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Κατά τα λοιπά, όμως, είναι ορισμένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών, αφού αναφέρονται σαφώς στο δικόγραφο οι ημέρες και οι ώρες που προσέφερε ο ενάγων την εργασία του καθημερινά σε όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης και ειδικώς επιπλέον το δίμηνο Δεκεμβρίου 2017 – Ιανουαρίου 2018, και προσδιορίζονται επαρκώς οι ώρες υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης. Περαιτέρω είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 281, 340, 345, 346, 349, 350, 648 επ., 655, 656, 672, 914, 932 ΑΚ, 1 και 3 ν. 2112/1920, 5 ν. 3198/1955, 1 ν. 3385/2005, όπως τροπ. με το άρθρο 10 ν. 3863/2010, 8 ν. 3846/2010, 70, 176, 907, 908, 910 περ. 4, 946 ΚΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημα κήρυξης της απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής ειδικώς ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αφού οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν εκτελούνται, και πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, και όλων των εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών μέσων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, που λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, δίχως, ωστόσο, να παραλείπεται κανένα, για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, συμπεριλαμβανομένων α) των υπ’ αρ. 455 και 456, από 13-2-2020, ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων του ενάγοντος …………. και ………………… αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Κατσίγιαννη, που δόθηκαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης (βλ. την υπ’ αρ. ………/10-2-2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών και τη συνημμένη από 7-2-2020 κλήση), και β) των υπ’ αρ. ……, …….. και …….., από 13-2-2020, ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων της εναγόμενης …………., …………….. και ………….. αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κηφισιάς Συμώνης Δημητρακοπούλου, που δόθηκαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αρ. ……../10-2-2020 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ανθής Νικολοπούλου, με τη συνημμένη από 7-2-2020 κλήση), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 10-5-2017 ο ενάγων κατήρτισε με την εναγόμενη εταιρία, ως εργοδότρια, άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του πωλητή σε κατάστημα λιανικής, με πλήρη απασχόληση με το σύστημα της εξαήμερης εργασίας από Δευτέρα ως Σάββατο και μεικτές μηνιαίες αποδοχές 750,00 ευρώ. Ήδη από την αρχή της εργασιακής σχέσης, ωστόσο, παρείχε περισσότερες ώρες εργασίας από τις συμφωνηθείσες, και συγκεκριμένα επί 7 και ½ ώρες ημερησίως, χωρίς διάλειμμα, με κυλιόμενες βάρδιες και ειδικώς το δίμηνο Δεκεμβρίου 2017 – Ιανουαρίου 2019, οπότε πραγματοποιήθηκε η μετακόμιση του συστεγαζόμενου ηλεκτρονικού καταστήματος της εταιρείας από το Μενίδι, όπου ο ίδιος παρείχε την εργασία του στο φυσικό κατάστημα, καθώς και ανακαίνιση, με αποτέλεσμα να υπάρχει αυξημένη ανάγκη εργασίας του προσωπικού, επί 12 και ½ ώρες ημερησίως, ενεργώντας μάλιστα άτυπα ως υπεύθυνος καταστήματος και πραγματοποιώντας όταν εργαζόταν το απόγευμα ο ίδιος την κατάθεση των εισπράξεων στου καταστήματος σε αυτόματο τραπεζικό μηχάνημα, χωρίς ποτέ να του καταβάλει την αμοιβή που αντιστοιχούσε στις ώρες υπερωρίας και υπερεργασίας του. Για το ως άνω ωράριό του κατέθεσαν και βεβαίωσαν με σαφήνεια εξ ιδίας γνώσεως οι μάρτυρες του ενάγοντος, που εργάστηκαν ως υπάλληλοι της εναγόμενης στα ίδια καταστήματα με τον ενάγοντα, αλλά επιπλέον επιβεβαιώνεται έμμεσα και από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα – και υπαλλήλου – της εναγόμενης …………… Αυτός αναφέρει μεν ότι κατά το χρονικό διάστημα των δύο μηνών που συνυπήρξαν στο κατάστημα της εναγόμενης στο Μενίδι (ο ίδιος εργαζόταν στο συστεγαζόμενο ηλεκτρονικό κατάστημα) δεν υπήρχε ανάγκη υπερωριών λόγω πληθώρας προσωπικού και ότι πραγματοποίησαν την μετακόμιση χωρίς βοήθεια, αλλά πίπτει σε αντιφάσεις, αφού αναφέρει ότι όποτε υπήρχε ανάγκη την κάλυπταν και οι υπάλληλοι του ηλεκτρονικού καταστήματος, και ακολούθως ότι μετά την αποχώρηση των υπαλλήλων του ηλεκτρονικού καταστήματος το φυσικό κατάστημα ενισχύθηκε με 4-5 άτομα για να υπάρχει κάλυψη βαρδιών. Κατ’ ουσίαν, δηλαδή, επιβεβαιώνει ότι το φυσικό κατάστημα στο οποίο εργαζόταν ο ενάγων δεν είχε επάρκεια υπαλλήλων μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2018 (αφού χρειαζόταν να βοηθούν και αυτοί του ηλεκτρονικού, οι οποίοι έπαυσαν ακολούθως να βοηθούν για να πραγματοποιήσουν την μετακόμιση), και για το λοιπό χρονικό διάστημα δεν έχει ιδία γνώση. Καθώς δε κατέστη σαφές από την τελευταία αυτή ένορκη βεβαίωση ότι το συγκεκριμένο κατάστημα που εργαζόταν ο ενάγων, τουλάχιστον, δεν είχε επαρκές προσωπικό για να καλύπτει τις βάρδιες, καθίσταται μη πειστική η ένορκη βεβαίωση του επόπτη καταστημάτων ………, που ανέφερε ότι τα καταστήματα της εταιρίας (είναι συνολικά εννέα) λειτουργούσαν με βάρδιες και δεν είχε υποπέσει στην αντίληψή του ότι ο ενάγων εργάστηκε πέραν του ωραρίου. Τούτα ουδόλως καταρρίπτονται από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων της εναγόμενης, …….., υπεύθυνου μισθοδοσίας (που κατέθεσε στο ακροατήριο), ο οποίος δεν είχε ιδία γνώση, και του ………. (ενόρκως βεβαιώσαντα) που ουδέν σχετικό ανέφερε. Δεδομένου ότι ο ενάγων παρείχε την εργασία του με το σύστημα εργασίας 6 εργασίμων ημερών, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, κάθε ώρα εργασίας την εβδομάδα πέραν των 40 και μέχρι και την 48η αμείβεται ως υπερεργασία με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25 %) και πλέον 20%, οι δε ώρες μετά την 48η, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80% (άρθρα 1 V; 3385/2005 και 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010). Ο μεικτός μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 750,00 ευρώ, και συνεπώς το ωρομίσθιο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως βάση των υπολογισμών ανέρχεται σε (750,00 X 1/25 X 6/40 =) 4,50 ευρώ. Κατά συνέπεια, για κάθε ώρα υπερεργασίας δικαιούται (4,50 X 120%=) 5,40 ευρώ, και για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας (4,50 X 180%=) 8,10 ευρώ. Με βάση δε τα παραπάνω, αποδείχθηκε, συγκεκριμένα, ότι ο ενάγων από την πρόσληψη του την 10-5-2017 μέχρι την 30-11-2018, εργάστηκε καθημερινά και άνευ διαλλείματος επί 7 και 1/2 ώρες ως εξής: στην πρωινή βάρδια, από τις 08:00 π.μ. ως τις 15:30 μ.μ. και στην απογευματινή βάρδια, από τις 14:00 μ.μ. ως τις 21:30 εκτός από τα Σάββατα, πότε εργαζόταν από ώρα 13:00 μ.μ. ως 20:30 βραδυνή. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα παρείχε εργασία (7,5 X 6=) 45 ωρών ανά εβδομάδα, εκ των οποίων οι 5 (41η ως και 45η) αποτελούν υπερεργασία. Επιπλέον, κατά το δίμηνο από 1 Δεκεμβρίου 2017 έως την 31 Ιανουαρίου 2018, εργάστηκε επί 12 και 1/2 ώρες ημερησίως, από τις 08:00 π,μ. μέχρι τις 20:30, από Δευτέρα έως Σάββατο. Εκ των ωρών αυτών ημερησίως, είναι οπωσδήποτε υπερωριακή απασχόληση η 9η ώρα και πέραν αυτής, λόγω υπέρβασης του ανωτάτου ημερησίου ωραρίου των 8 ωρών για τους εργαζόμενους με σύστημα εξαήμερης εργασίας. Αφαιρουμένων 1 εβδομάδας από τον Νοέμβριο 2017, 1 εβδομάδας από τον Ιούλιο 2018, 2 εβδομάδων από τον μήνα Αύγουστο 2018, 2 εβδομάδων από το Νοέμβριο 2018, και 1 εβδομάδας από τον Δεκέμβριο 2018, κατά τις οποίες ο ενάγων, όπως ομολογεί ο ίδιος, βρισκόταν σε άδεια, καθώς και των νομίμων αργιών, και λαμβανομένων υπ’ όψη των ωρών εργασίας στο τέλος έκαστης εβδομάδας (δηλ. από Δευτέρα ως Σάββατο), ο ενάγων παρείχε υπερεργασία α) το μήνα Μάιο 2017 για δύο εβδομάδες (δεδομένου ότι από 10-5-2017 ως 13-5-2017 εργάστηκε μόνο 7,5 ώρες ημερησίως και συνολικά 30 ώρες, ήτοι δεν υπερέβη τις 40, ενώ οι ημέρες Δευτέρα 29η ως Τετάρτη 31η υπολογίζονται στη λήξη της εβδομάδας την 3-6-2019), για τις οποίες δικαιούται (2 εβδ. X 5 ώρες υπερεργασίας X 5,40 ευρώ=) 54,00 ευρώ, β) τον μήνα Ιούνιο 2017 για 4 εβδομάδες, και δικαιούται (4X5 X 5,40=) 108,00 ευρώ, γ) τον μήνα Ιούλιο 2017 για 5 εβδομάδες, και δικαιούται (5 X 5 X 5,40=) 135,00 ευρώ, δ) τον μήνα Αύγουστο 2017 για 3 εβδομάδες (αφού λόγω της αργίας της 15ης Αυγούστου σε εκείνη την εβδομάδα αντιστοιχούν μόνο 37,5 ώρες), και δικαιούται (3 X 5 X 5,40=) 81,00 ευρώ, ε) τον μήνα Σεπτέμβριο 2017 για 5 εβδομάδες και δικαιούται (5 X 5 X 5,40=) 135,00 ευρώ, στ) τον μήνα Οκτώβριο 2017 για 3 εβδομάδες (λόγω της αργίας της 28ης Οκτωβρίου στην εβδομάδα εκείνη αντιστοιχούν μόνο 37,5 ώρες εργασίας) και δικαιούται (3 X 5 X 5,40=) 81,00 ευρώ, ζ) τον μήνα Νοέμβριο 2017 για 3 εβδομάδες (λόγω μίας εβδομάδας αδείας) και δικαιούται (3 X 5 X 5,40=) 81,00 ευρώ, η) τον Δεκέμβριο του έτους 2017, ί) για την πρώτη εβδομάδα, με λήξη την 2α του μηνός λαμβάνονται για τον υπολογισμό υπ’ όψη 4 ημέρες του μηνός Νοεμβρίου, με 7,5 ώρες εργασίες έκαστη, και αφού αφαιρεθούν οι (4,5 X 2=) 9 ώρες υπερωρίας, οι ώρες εργασίας ανέρχονται σε (7,5 X 4 + 8 X 2=) 31 ώρες, και συνεπώς δεν υπάρχει υπερεργασία,ii) την τελευταία εβδομάδα, αφαιρουμένων των δύο αργιών Χριστουγέννων και των (4,5 X 4=) 18 ωρών υπερωρίας, λόγω υπέρβασης του οκταώρου, οι λοιπές ώρες εργασίας είναι (8 X 4=) 32, άρα δεν υπάρχει υπερεργασία, αλλά iii) για τις λοιπές, πλήρεις 3 εβδομάδες δικαιούται (3 X 8 ώρες X 5,40=) 129,60 ευρώ, θ) τον Ιανουάριο 2018, αφού στην πρώτη εβδομάδα υπάρχουν δύο αργίες (πρωτοχρονιάς και Θεοφανείων), και συνεπώς αντιστοιχούν μόνο 4 εργάσιμες ημέρες με (12,5 X 4=) 50 ώρες, αφαιρουμένων των (4 X 4,5=) 18 ωρών υπερωρίας λόγω υπέρβασης του οκταώρου, δεν αντιστοιχεί υπερεργασία, δικαιούται για τις λοιπές 3 εβδομάδες (3 X 8 X 5,40=) 129,60 ευρώ, ι) τον Φεβρουάριο 2018 για 3 εβδομάδες (η 19η είναι Καθαρά Δευτέρα, αργία κατ’ έθιμο, και συνεπώς στην εβδομάδα εκείνη αντιστοιχούν μόνο 37,5 ώρες), με τη σημείωση ότι κατά την λήξη της πρώτης εβδομάδας (3-2-2018), επειδή λαμβάνονται υπ’ όψη και οι τρεις πρώτες ημέρες αυτής τον Ιανουάριο οι ώρες εργασίας είναι (12,5 X 3 + 7,5 X 3=) 60, από τις οποίες πρέπει να αφαιρεθούν (3 X 4,5=) 13,5 ώρες υπερωρίας λόγω υπέρβασης του οκταώρου, άρα μένουν 6,5 ώρες υπερεργασίας, και συνεπώς δικαιούται συνολικά [(2X6 + 6,5) X 5,40=] 99,90 ευρώ ευρώ, ια) τον Μάρτιο 2018 επί 5 εβδομάδες, και δικαιούται (5 X 5 X 5,40=) 135,00 ευρώ, ιβ) τον Απρίλιο 2018 επί 3 εβδομάδες (καθώς λόγω της αργίας της Δευτέρας του Πάσχα, την 9-4-2018, εκείνη την εβδομάδα δεν υπερέβη τις 40 ώρες) και δικαιούται (3 X 5 X 5,40=) 81,00 ευρώ, ιγ) τον Μάιο του 2018 επί 3 εβδομάδες (λόγω της αργίας της 1ης Μαΐου την πρώτη εβδομάδα δεν υπερέβη τις 40 ώρες) και δικαιούται (3 X 5 X 5,40=) 81.00 ευρώ, ιδ) τον Ιούνιο του 2018 επί 5 εβδομάδες και δικαιούται (5 X 5 X 5,40=) 135.00 ευρώ, ιε) τον Ιούλιο του 2018 επί 3 εβδομάδας (λόγω μίας εβδομάδας αδείας) και δικαιούται (3 X 5 X 5,40=) 81,00 ευρώ, ιστ) τον Αύγουστο του 2018 επί δύο εβδομάδες (λόγω αδείας δύο εβδομάδων) και δικαιούται (2 X 5 X 5,40=) 54,00 ευρώ, ιζ) τον Σεπτέμβριο του 2018 επί 5 εβδομάδες (5 X 5 X 5,40=) 135,00 ευρώ, ιη) τον Οκτώβριο του 2018 επί 4 εβδομάδες και δικαιούται (4 X 5 X 5,40=) 108,00 ευρώ, ιθ) τον μήνα Νοέμβριο του 2018 επί 2 εβδομάδες (λόγω 2 εβδομάδων αδείας) και δικαιούται (2 X 5 X 5,40=) 54,00 ευρώ, και κ) τον μήνα Δεκέμβριο του 2018 επί 4 εβδομάδες (λόγω των αργιών Χριστουγέννων στην τελευταία εβδομάδα αντιστοιχούν λιγότερες από 40 ώρες) και δικαιούται (4 X 5 X 5,40=) 108,00 ευρώ. Συνολικά, δηλαδή, δικαιούται ως αμοιβή για την υπερεργασία του το ποσό των (54,00 + 108,00 + 135,00 + 81,00 + 135,00 + 81,00 + 81,00 ευρώ, + 129,60 + 129,60 + 99,9 + 135,00 + 81,00 + 81,00 + 135,00 + 81,00 + 54,00 + 135,00 + 108,00 + 54,00 + 108,00=) 2.006,10 ευρώ, τα οποία πρέπει να επιδικαστούν με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης εκάστου μηνός τον οποίο έκαστο επί μέρους ποσό αφορά. Όσον αφορά δε την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση για το μήνα Δεκέμβριο για την πρώτη εβδομάδα εργασίας με λήξη την 2α του μηνός πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη ότι λαμβάνονται για τον υπολογισμό υπ’ όψη 4 ημέρες του μηνός Νοεμβρίου, και συνεπώς οι ώρες εργασίας της εβδομάδας ανέχονται σε (7,5 X 4 + 12,5 X 2=) 55. Εξ αυτών (2 X 4,5=) 9 ώρες, των δύο ημερών του Δεκεμβρίου, αποτελούν κατ’ εξαίρεση υπερωρία, λόγω υπέρβασης του οκταώρου ημερησίως, και εκ των λοιπών 46, οι 6 ώρες αποτελούν υπερεργασία (βλ. παραπάνω). Για τις επόμενες τρεις εβδομάδες του μηνός παρείχε εργασία (12,5 X 6=) 75 ωρών, εκ των οποίων οι 8 (41 ως και 48) αποτελούν υπερεργασία και οι (75-48=) 27 ώρες αποτελούν κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση. Όσον αφορά την τελευταία εβδομάδα του μηνός, περιλαμβάνονται δύο αργίες, και συνεπώς οι ώρες εργασίας είναι (4 X 12,5=) 50. Εξ αυτών (4 X 4,5=) 18 ώρες αποτελούν υπερωρία λόγω υπέρβασης του οχταώρου ημερησίως. Δηλαδή στο μήνα Δεκέμβριο 2017 αντιστοιχούν (9 + 27 + 27 +27 +18=) 108 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας. Όσον αφορά το μήνα Ιανουάριο του 2018, η πρώτη εβδομάδα περιλαμβάνει δύο αργίες (πρωτοχρονιά και Θεοφάνεια) και συνεπώς οι ώρες εργασίας είναι (4 X 12,5=) 50. Εξ αυτών (4 X 4,5=) 18 ώρες αποτελούν κατ’ εξαίρεση υπερωρία, λόγω υπέρβασης του οκταώρου ημερησίως. Για τις επόμενες τρεις εβδομάδες του μηνός παρείχε εργασία (12,5 X 6=) 75 ωρών, εκ των οποίων οι 8 (41 ως και 48) αποτελούν υπερεργασία και οι (75-48=) 27 ώρες αποτελούν κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση. Τέλος, στα ανωτέρω πρέπει να προστεθούν εκ των τριών τελευταίων ημερών του μηνός αυτού (3 X 4,5=) 13,5 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, λόγω υπέρβασης του οκταώρου ημερησίως, και συνεπώς οι ώρες υπερωρίας του μηνός Ιανουαρίου είναι (18 + 27 + 27 + 27 + 13,5=) 112,5. Με βάση δε τα ανωτέρω, ο ενάγων δικαιούται αμοιβή συνολικά για (108+ 112,5=) 220,5 ώρες. Αφού δε οι ώρες υπερωρίας εκάστου έτους 2017 και 2018 δεν υπερέβησαν τις 120, δικαιούται να λάβει (220,5 X 8,10=) 1.786,05 ευρώ. Σημειωτέον ότι έκαστο ειδικότερο μέρος αυτού του ποσού για τις υπερωρίες κατέστη απαιτητό μετά τη λήξη εκάστου μηνός τον οποίο αφορά, πλην όμως με την αγωγή ζητούνται τόκοι επ’ αυτού μόνο από την επίδοση της αγωγής, και μόνο αυτό μπορεί να επιδικαστεί, σύμφωνα με την αρχή της διαθέσεως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εν τω μεταξύ, τον Ιούλιο του έτους 2018, η εναγόμενη επιχείρησε να του επιβάλει μείωση αποδοχών με αναπροσαρμογή του μισθού και συμπλήρωση της διαφοράς με διατακτικές, όπως έπραττε με άλλους εργαζόμενους, και όταν αυτός αρνήθηκε εκείνη εκκίνησε να τον αντιμετωπίζει επιθετικά. Περίπου ένα έτος αργότερα, επιχείρησε ατελέσφορα να τον μετακινήσει σε άλλη εταιρία του ομίλου της, πλην όμως αυτός αρνήθηκε, και ακολούθως, την 11-7-2019, τον τοποθέτησε χωρίς τη συναίνεσή του στις κεντρικές αποθήκες της, όπου βρισκόταν και τα γραφεία του ηλεκτρονικού – διαδικτυακού της καταστήματος. Η τοποθέτηση αυτή αποτελούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος, αφού στο χώρο αυτό δεν υπήρχε φυσικό κατάστημα όπου θα μπορούσε να εργαστεί ως πωλητής, παρά μόνο τηλεφωνικό κέντρο για την λήψη και διεκπεραίωση παραγγελιών, χωρίς φυσική προσέλευση του κοινού, ήτοι μετατράπηκε κατ’ ουσίαν σε αποθηκάριο, και επιπλέον παρουσίαζε πρόβλημα υγείας στη σπονδυλική στήλη (αυχενικό σύνδρομο — ευθειασμό ΟΜΣΣ) που επιβαρύνεται όταν μετακινεί βαριά φορτία (βλ. το από 29-7-2019 φύλλο ασθενούς — ιατρική βεβαίωση/γνωμάτευση του Γ.Ν.Α. …….). Την 19-7-2019, η εναγόμενη του κοινοποίησε εξώδικη δήλωση στην οποία ανέφερε αναληθώς ότι αυτός επιδεικνύει ανάρμοστη και αντισυμβατική συμπεριφορά, αμφισβήτησε το πρόβλημα υγείας στην σπονδυλική του στήλη και τον προειδοποίησε ότι θα αναγγείλει στις αρχές ότι αποχώρησε οικιοθελώς από την εργασία του. Ο ίδιος απάντησε με δικό του εξώδικο και υπέβαλε στο Σ.ΕΠ.Ε. Νέας Ιωνίας αίτημα για τη διενέργεια συζήτησης επί εργατικής διαφοράς. Σημειωτέον ειδικώς, ότι η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι προέβη στη μετακίνηση του ενάγοντος στην αποθήκη αυτή προκειμένου να επέλθει εργασιακή ειρήνη, διότι η κακή συμπεριφορά του ενάγοντος τον είχε φέρει σε σύγκρουση με τους συναδέλφους του. Ιδίως δε ο μάρτυράς της στο ακροατήριο ανέφερε ότι είχαν γίνει παράπονα από τον εργαζόμενο …………….. Ο ίδιος, όμως, αυτός εργαζόμενος, έδωσε την υπ’ αρ. …../13-2-2020 ένορκη βεβαίωσή του, που προσκομίζει ο ενάγων, στην οποία αναφέρει ότι τούτο δεν συνέβη ποτέ, ότι ο ενάγων ήταν ιδιαίτερα συνεργάσιμος με όλους τους συναδέλφους του και κανείς δεν είχε κάνει το παραμικρό παράπονο, και μάλιστα ότι η εταιρεία του υποχρέωσε υπό την απειλή της απόλυσης να υπογράψουν ένα έγγραφο «σαν υπεύθυνη δήλωση» το οποίο ανέφερε αναληθώς ότι ο ενάγων είχε ανάρμοστη συμπεριφορά. Το έγγραφο αυτό προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Πρόκειται για μία σελίδα με χρονολογία 5-7-2019, και πράγματι κατά περιεχόμενο αποτελεί κοινή δήλωση του ως άνω, της εργαζόμενης ………., και του …………. (αλλά όχι και των λοιπών που κατονομάζονται ως έχοντες παράπονα). Ο τελευταίος (……………), στην υπ’ αρ. ……/13-2-2020 ένορκη βεβαίωσή του, αναφέρει ότι το έγγραφο αυτό έγινε για να ενημερωθεί η διοίκηση. Πλην όμως, ο ίδιος ήταν ο επόπτης των καταστημάτων, και μάλιστα είχε πραγματοποιήσει την πρόσληψη του ενάγοντος το έτος 2017, με αποτέλεσμα το έγγραφο αυτό, ως δήλωση περισσοτέρων, να εμφανίζεται περιττό, αφού θα αρκούσε να ενημερώσει ο ίδιος για τα παράπονα τους ανωτέρους του, αν αυτά ήταν αληθή. Η δε σπουδή αυτή για την προετοιμασία του εγγράφου υποδεικνύει ότι κατά τη σύνταξη του η μετακίνηση του ενάγοντος είχε προαποφασιστεί, και απλά έγινε μια απόπειρα να τεκμηριωθεί ο λόγος της (ανεπιτυχώς κατά τα ανωτέρω). Εν τέλει η εναγόμενη την 17-12-2019 κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 17-12-2019 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία αναφέρει ότι θεωρεί ότι ο ίδιος αποχώρησε οικιοθελώς από την εργασία του επειδή εκτελεί πλημμελώς τα καθήκοντά του και δεν τηρεί το ωράριο, και επιπλέον δημιουργεί αναστάτωση στο χώρο εργασίας, προσπαθώντας να προκαλέσει την απόλυσή του για να λάβει αποζημίωση, άλλως επικουρικά καταγγέλλει η ίδια τη σύμβαση χωρίς καταβολή αποζημίωσης απόλυσης λόγω σκόπιμης αντισυμβατικής συμπεριφοράς του. Οι ισχυρισμοί αυτοί της ενάγουσας, όμως, ήταν αβάσιμοι. Μετά την προσφυγή του στην επιθεώρηση εργασίας, ο ενάγων συνέχισε να παρέχει την εργασία του στον ως άνω χώρο της αποθήκης. Οι ισχυρισμοί της εργοδότριας ότι δεν παρείχε προσηκόντως την εργασία του επειδή βραδυπορούσε να προσέλθει τις πρωινές ώρες και αποχωρούσε νωρίτερα, εκτός από μη πειστικοί είναι και αλυσιτελείς, αφού η πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων του εργαζομένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταγγελία εκτός αν γίνεται κακόβουλα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση, ενώ αντιθέτως ο ενάγων είχε καταστήσει σαφές ότι ήθελε να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του με τους όρους αυτής ως είχαν πριν την μονομερή βλαπτική μεταβολή (μετακίνηση στην αποθήκη), ή έστω χωρίς την ανάγκη να κουβαλά φορτία που επιβάρυναν την υγεία του. Σημειωτέον, δε ότι ενώ ο ενάγων είχε στη διάθεσή του και είχε προσκομίσει στην εταιρεία έγγραφο γνωμάτευσης από δημόσιο νοσοκομείο για την κατάσταση της υγείας του, μετά από ακτινογραφία, η εναγόμενη καταχρηστικά επέμενε, και ακόμα επιμένει, ότι έπρεπε να προσκομιστεί εκ νέου τέτοια γνωμάτευση με παραπεμπτικό από τον ιατρό εργασίας. Όσον αφορά δε το θέμα της αναστάτωσης στο χώρο εργασίας, η ενάγουσα επικαλέστηκε συγκεκριμένα ότι την τον Δεκέμβριο του έτους 2019 ο ενάγων είχε υπόλοιπο 4 ημέρες άδειας, το οποίο έπρεπε να λάβει πριν το τέλος του έτους, ότι ο ίδιος αρνήθηκε και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα επειδή ήθελε να εισπράξει αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας, και ότι αν και εκείνη τον ενημέρωσε ότι θα πρέπει να λάβει την άδειά από την 12η ως την 16η του μηνός, εκείνος προσήλθε στο χώρο εργασίας την 12η και αρνήθηκε να αποχωρήσει, με αποτέλεσμα να κληθεί η αστυνομία. Ο ίδιος ο μάρτυρας της εναγόμενης που κατέθεσε στο ακροατήριο ήταν σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από 12-12-2019 αντίγραφο ημερήσιου δελτίου οχήματος Α.Τ. Κηφισιάς παρών, και ήταν αυτός που τους υπέδειξε τον ενάγοντα. Το ίδιο αυτό έγγραφο, όμως, δεν αναφέρει κανένα επεισόδιο, παρά μόνο ότι ο ενάγων τους ανέφερε ότι δεν είχε ενημερωθεί εγκαίρως για την άδειά του. Ο δε μάρτυρας που κατέθεσε στο ακροατήριο, όταν ερωτήθηκε σχετικά, ανέφερε αόριστα ότι ο ενάγων δημιούργησε ένταση στο τμήμα του ενώ γνώριζαν όλοι ότι ήταν σε άδεια και αναγκάστηκε ο υπεύθυνος να καλέσει την αστυνομία, χωρίς όμως να προσδιορίζει για ποιο λόγο δημιουργήθηκε ένταση και γιατί έπρεπε να κληθεί η αστυνομία. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμα και αν υποτεθεί ότι ο ενάγων προσήλθε και αρνήθηκε να αποχωρήσει επειδή δεν επιθυμούσε να λάβει άδεια εκείνες τις ημέρες, πρόκειται για μεμονωμένο επεισόδιο μικρής σημασίας, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί την κρίση ότι αυτός προσπαθούσε να εκβιάσει την απόλυσή του, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι αποχωρεί οικιοθελώς από την εργασία του, ούτε δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασής του χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Η δε κατ’ άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της εναγόμενης, περί καταχρηστικής άσκησης από τον ενάγοντα του δικαιώματος του να θεωρήσει την καταγγελία άκυρη και να αξιώσει αποδοχές υπερημερίας, πρέπει να απορριφθεί, αφού, πέραν των όσων ανωτέρω εκτέθηκαν, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, και ιδίως την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος στο ακροατήριο και τις ένορκες βεβαιώσεις που αυτός προσκομίζει, σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν σε σχέση με τη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος, καθίσταται σαφές ότι όχι μόνο ο ενάγων δεν επεδίωκε την απόλυσή του, αλλά η ενάγουσα επιδίωκε η ίδια να τον υποχρεώσει να αποχωρήσει, προκειμένου να αποφύγει αυτή να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, και να απαλλαγεί από τις διεκδικήσεις του. Συναφώς, το ως άνω εξώδικο της εναγόμενης αποτελεί στην πραγματικότητα καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η οποία είναι άκυρη όχι απλά λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, αλλά ταυτόχρονα και ως καταχρηστική λόγω του εκδικητικού της χαρακτήρα. Από την ημερομηνία επίδοσης του ως άνω εξωδίκου, 17-12-2019, η εναγόμενη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος, και οφείλει να του καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας που ζητούνται με την αγωγή για το χρονικό διάστημα ως την 31-1-2020, ήτοι 360,00 ευρώ για το υπόλοιπο του μηνός Δεκεμβρίου 2019 (12 ημερομίσθια), και το πλήρες ποσό των 750,00 ευρώ για τον μήνα Ιανουάριο 2020, ήτοι συνολικά (360,00 + 750,00=) 1.110,00 ευρώ, απορριπτόμενης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προβάλει ως προς την αξίωση αυτή η εναγόμενη, σύμφωνα με όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά ως προς τον χαρακτήρα της εξώδικης δήλωσή της ως άκυρης καταγγελίας. Ο ενάγων δικαιούται, επιπλέον, να λάβει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την συνεπαγόμενη προσβολή της προσωπικότητάς του, λόγω της με τον ανωτέρω τρόπο απόλυσής του, την οποία το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψη την έκταση της προσβολής, το μέσο με το οποίο τελέσθηκε, το βαθμό της υπαιτιότητας της εναγόμενης, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, και όλες γενικά τις συνθήκες, ορίζει στο ποσό των 500,00 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω από 17-12-2019 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ως παράνομης και καταχρηστικής, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή 300,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης να συμμορφωθεί με την σχετική διάταξη της απόφασης, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα ως αμοιβή υπερεργασίας το ποσό των 2.006,10 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης εκάστου μηνός τον οποίο έκαστο επί μέρους ποσό αφορά κατά τις διακρίσεις που έγιναν ανωτέρω, ως αποζημίωση για την παράνομη κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση το ποσό των 1.786,05 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (αφού μόνο εκ του χρόνου αυτού ζητούνται τόκοι), ως αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 1.110,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης εκάστου μηνός τον οποίο έκαστο επί μέρους ποσό αφορά, και ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 500,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ήτοι συνοπτικά (2.006,10 + 1.110,00=) 3.116,10 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης εκάστου μηνός τον οποίο έκαστο επί μέρους ποσό αμοιβής υπερεργασίας ή αποδοχών υπερημερίας αφορά, και το ποσό των (1.786,05 + 500,00=) 2.286,05 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές τις διατάξεις, αφού τούτο είναι υποχρεωτικό για τις καθυστερούμενες αποδοχές για το χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής και τρεις μήνες πριν από αυτή, και κατά τα λοιπά ποσά συντρέχουν προς τούτο λόγοι. Τέλος, πρέπει η εναγόμενη να καταδικαστεί κατά τα άρθρα 176 και 178 ΚΠολΔ, λόγω της ήττας της, να καταβάλει στον ενάγοντα μέρος της δικαστικής του δαπάνης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι είναι άκυρη η αναφερόμενη στο σκεπτικό από 17 Δεκεμβρίου 2019 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μερικής απασχόλησης που καταρτίστηκε ατύπως την 10η Μαΐου 2017 μεταξύ του ενάγοντος ως εργαζόμενου και της εναγόμενης ως εργοδότριας.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να αποδέχεται της υπηρεσίες του ενάγοντος στο μέλλον ως εργαζόμενου έως νόμιμης λύσης της σύμβασης εργασίας.

ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ κατά της ενάγουσας χρηματική ποινή τριακοσίων (300,00) ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με την ως άνω διάταξη της απόφασης.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα Α) το ποσό των τριών χιλιάδων εκατόν δέκα έξι ευρών και δέκα λεπτών (3.116,10 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από τότε που το αντίστοιχο επί μέρους ποσό αμοιβής υπερεργασίας ή μισθού υπερημερίας εκάστου μηνός κατέστη απαιτητό, κατά τις διακρίσεις που γίνονται ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας και μέχρι την εξόφληση, και Β) το ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και πέντε λεπτών (2.286,05 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ τις ως άνω καταψηφιστικές διατάξεις προσωρινά εκτελεστές, ην ως άνω διάταξη προσωρινά εκτελεστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα ως μέρος της δικαστικής του δαπάνης το ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι τους, στις 14/9/2020.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies