Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022

Περίληψη: Διανομέας φαγητού. Πρέπει να είναι εφοδιασμένος με πιστοποιητικό υγείας. Αλλοδαπός εργαζόμενος χώρας εκτός ΕΕ. Πρέπει να είναι εφοδιασμένος με άδεια διαμονής με δικαίωμα πρόσβασης στην εργασία. Μεταβολή του προσώπου του εργοδότη. Η μεταβίβαση επιχείρησης καθ’ εαυτή δεν συνιστά λόγο απόλυσης των εργαζομένων και, σε περίπτωση που ο εργαζόμενος, παρά την απαγόρευση, απολυθεί, η απόλυσή του είναι άκυρη. Η πρώτη εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης, με μοναδικό σκοπό να απαλλαγεί η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση από οφειλές για δεδουλευμένες αποδοχές. Η δεύτερη εναγομένη ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις του ενάγοντος που γεννήθηκαν μετά τη διαδοχή, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπερημερία της πρώτης εναγομένης, από την άκυρη απόλυση, συνεχίστηκε στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους της ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος σε αυτήν. Η επίδοση της αγωγής αναφορικά με το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, έλαβε χώρα εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, δεδομένου ότι η τελευταία ημέρα της προθεσμίας ήταν Κυριακή, οπότε η προθεσμία παρατάθηκε μέχρι την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα. Άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Όσο ο ενάγων έλλειπε στη χώρα καταγωγής του η πρώτη εναγομένη είχε υποβάλει στον Ο. A. Ε. Δ. έντυπο αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησής του, χωρίς, όμως, η δήλωση αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απουσίαζε από την εργασία έχοντας λάβει τη νόμιμη άδεια αναψυχής. Η μη αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος μετά την επιστροφή του από την άδειά του ισοδυναμεί με καταγγελία από την πλευρά της εργοδότριας πρώτης εναγομένης για την οποία δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος οπότε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη. Άκυρη τυγχάνει η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν καταβλήθηκε σε αυτόν η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας επιχειρήσεων. Έννοια υπερεργασίας, υπερωριακής απασχόλησης και κατ’ εξαίρεση υπερωρίας κατά τις εργάσιμες ημέρες και καθορισμός της νόμιμης αμοιβής και αποζημίωσης που δικαιούται ο εργαζόμενος. Νόμιμη προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές, τις νύχτες και τις αργίες. Υπολογισμός αμοιβής. Απόδοση ωφελείας λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Υπολογισμός αμοιβής. Αποζημίωση για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές. Επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας καθώς και αποδοχών αδείας και αποζημίωσης μη ληφθείσης αδείας. Υπολογισμός αμοιβής. Ένσταση εξόφλησης. Στοιχεία ορισμένου. Απορριπτέος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι εξοφλήθηκε ο ενάγων αφού υπέγραψε σχετική δήλωση περί εξόφλησής του. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 64.900,03 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ

ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΠΟΦΑΣΗ 1762/2017

(Γενικός αριθμός κατάθεσης κλήσης: …../24-03-2017)

(Ειδικός αριθμό κατάθεσης: …./24-03-2017)

(Γενικός αριθμός κατάθεσης αγωγής: …../28-12-2015)

(Αριθμός κατάθεσης δικογράφου αγωγής: …../28-12-2015)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Πέτρο Ιακωβίδη, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Σοφία Κόντη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 24η Μαΐου 2017, για να δικάσει την από 23-12-2015 αγωγή με αντικείμενο δεδουλευμένες αποδοχές, μισθούς υπερημερίας και αναγνώριση ακυρότητας καταγγελίας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/28-12-2015 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……/28-12-2015, προσδιορίσθηκε να συζητηθεί αρχικώς κατά τη δικάσιμο της 27ης Μαΐου 2016 και εγγράφηκε στο πινάκιο, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 13ης Μαρτίου 2017 και εγγράφηκε εκ νέου στο πινάκιο. Κατά την ως άνω ημερομηνία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε. Ήδη η αγωγή νομίμως φέρεται προς συζήτηση με την από 23-03-2017 κλήση που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/24-03-2017 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/24-3-2017, προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

ΚΑΛΩΝ – ΕΝΑΓΩΝ: …… …… του ……, κάτοικος Αθηνών, οδός …… αριθ. …, με Α. Φ. Μ. ……, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου του Δημητρίου ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ (Α. Μ. Δ. Σ. Α. 029922).

ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΕΣ: 1) Η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «……», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …… αριθ. … και εκπροσωπείται νομίμως και 2) …… ……, κάτοικος Αθηνών, οδός …… αριθ. …, οι οποίες παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας Δικηγόρου τους Ευγενίας ΔΕΛΗΜΗΤΣΟΥ (Α. Μ. Δ. Σ. Α. 034850).

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 23-12-2015 με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/28-12-2015 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……/28-12-2015 αγωγή του, που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό, για όσους λόγους επικαλείται σε αυτήν.

Κατά τη συζήτηση της αγωγής και μετά την εκφώνησή της από το σχετικό πινάκιο, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις που κατέθεσαν (επί της έδρας) και στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 6 παρ. 1 Ν. 2112/1920 «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στη διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 1 του β. δ. 16/18-07-1920 «περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών». Επίσης, το άρθρ. 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955 ορίζει ότι οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προκύπτουν από συλλογική σύμβαση εργασίας μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στους διαδόχους του εργοδότη που δεσμεύονται από αυτήν. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 8 του Π.Δ. της 08-12-1928, σε περίπτωση στράτευσης, όταν επέλθει μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οι υποχρεώσεις του εργοδότη που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο νέο εργοδότη. Με βάση τις πιο πάνω ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις η ελληνική νομολογία, πολύ πριν τη θέση σε ισχύ του Π. Δ. 572/1988 με το οποίο κατοχυρώθηκε ρητά ο κανόνας της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων, διέπλασε έναν γενικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο εκείνος ο οποίος, με οποιονδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε νομική μορφή, διαδέχεται ή υποκαθιστά ορισμένο εργοδότη στην ασκούμενη από αυτόν επιχείρηση ή δραστηριότητα υπεισέρχεται αυτοδικαίως στη θέση του αρχικού εργοδότη σε ο, τι αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σχέση εργασίας, χωρίς να απαιτείται η συναίνεση του εργαζομένου και χωρίς να ενδιαφέρει η βούληση του μεταβιβάζοντος και του διαδόχου. Η αυτοδίκαιη αυτή υπεισέλευση προϋποθέτει, σύμφωνα με τη νομολογία, ότι ο νέος φορέας συνεχίζει την ίδια δραστηριότητα ή επιχείρηση του προκατόχου του, ότι δηλαδή διατηρείται η ταυτότητά της, χωρίς να ενδιαφέρει αν διατηρείται ο τίτλος ή η νομική μορφή (βλ. Ζερδελή Δ. Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2002, σελ. 784-786, παρ. 1361 – 1364, και τις εκεί παραπομπές σε νομολογία). Για το αποτέλεσμα αυτό, για το οποίο δεν απαιτείται συναίνεση των μερών, αρκεί – κατά τη βαίνουσα και πέραν της κοινοτικής προστασίας ημεδαπή νομοθεσία – το πραγματικό γεγονός ότι συνεχίζονται οι εργασίες της επιχείρησης ως οικονομικής μονάδας και δεν απαιτείται νομική διαδοχή και δη νομικός δεσμός μεταξύ του προηγούμενου και του νέου εργοδότη δηλαδή το ως άνω αποτέλεσμα χωρεί ακόμη και επί αυθαίρετης συνέχισης της επιχείρησης από άλλον (βλ. ΟλΑΠ 5/1994 ΔΕΝ 1994.844, ΑΠ 1759/1999 ΕλλΔνη 2000.1012). Τον κανόνα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων και της διατήρησης αμετάβλητων των όρων εργασίας τον οποίο είχε διαμορφώσει η νομολογία στηριζόμενη στις παραπάνω διατάξεις, κατοχύρωσε ρητώς ο νομοθέτης με το Π. Δ. 572/1988, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που λαμβάνει χώρα μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος εγκατάστασης σε άλλον επιχειρηματία (άρθρ. 1 παρ. 2 Π. Δ. 572/1988). Το Π. Δ. 572/1988 εκδόθηκε, προκειμένου να εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία με το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα με την Οδηγία του Συμβουλίου της Ε. Ο. Κ. 77/187/14-02-1977. Στη συνέχεια, και ενόψει της θέσπισης της Οδηγίας 98/50/ΕΚ, που τροποποίησε την προηγούμενη Οδηγία, εκδόθηκε προς προσαρμογή στις ρυθμίσεις της νέας Οδηγίας, το Π. Δ. 178/2002, το οποίο και αντικατέστησε το Π. Δ. 572/1988. Κατά τις διατάξεις των άρθρ. 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του ως άνω Π Δ., θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων, με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως «διάδοχος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΟλΑΠ 5/1994 όπ. παραπ., ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35.1311, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48.469, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48.1405, ΑΠ 200/2009, ΑΠ 14/2012 ΝΟΜΟΣ). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΑΠ 1002/2004 ΕλλΔνη 2005.445, ΑΠ 389/2005, ΑΠ 1551/2006, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 200/2009 ΝΟΜΟΣ). Ως εκ τούτων, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ. Σ. Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (βλ. ΑΠ 14/2012 ΝοΒ 2012.2005 – Ζερδελή Δ. Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2002, σελ.794 επ.)· Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ. λ. π.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (βλ. ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007.258, ΕφΠειρ 689/2011 ΠειρΝομ 2012.260 – Ζερδελή Δ., Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2002, σελ. 803 επ., Γνωμοδότηση του ίδιου σε ΔΕΝ 2009.1169, με παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ και στην εθνική νομολογία). Συνεπεία της μεταβίβασης της επιχείρησης, μεταβιβάζεται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/2008 ΔΕΝ 64.1517). Ακόμη, ο προηγούμενος εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρ. 4 παρ. 1 του Π. Δ. 178/2002 (βλ. ΑΠ 318/2010, ΑΠ 339/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 525/2013 ΔΕΕ 2013.1200). Ειδικότερα δε, επί μεταβίβασης επιχείρησης, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιοσδήποτε φύσης, είτε εκ σύμβασης είτε εξ αδικοπραξίας, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (βλ. ΑΠ 909/2010, ΕφΑθ 711/2011 ΝΟΜΟΣ), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα (ΑΠ 1154/1998 ΕλλΔνη 39.1572, ΕφΘεσ 424/2008, ΕφΘεσ 1831/2008, ΕφΑθ 711/2011 ΝΟΜΟΣ). Επίσης, κατά το άρθρ. 5 του ίδιου Π.Δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών, περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργάνωσης που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Η εν λόγω διάταξη καθιερώνει έναν αυτοτελή λόγο ακυρότητας της καταγγελίας, ο οποίος ισχύει παράλληλα με άλλους λόγους ακυρότητας, η δε απαγόρευση που θεσμοθετεί αφορά τόσο τον μεταβιβάζοντα, όσο και τον διάδοχο. Έτσι, απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης, με μοναδικό σκοπό να καταστήσει την επιχείρηση εμπορεύσιμη, διευκολύνοντας έτσι τη μεταβίβασή της, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρ. 5 παρ. 1 του πιο πάνω Π. Δ. και είναι εξ αυτού του λόγου άκυρες (ΑΠ 226/2011 ΔΕΕ 2012.163, ΕφΑθ 6594/2009 ΕΕργΔ 2013.620 – Ζερδελής Δ., Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2002, σελ. 837 επ.). ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 6 της από 26-02-1975 Ε. Γ. Σ. Σ. Ε., που κυρώθηκε με το Ν. 133/1975, εισήχθη το σύστημα της εβδομάδας των πέντε (5) εργάσιμων ημερών, εφαρμοζόμενο είτε κατά την κρίση του εργοδότη είτε κατ’ επιταγή νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή κανονισμού εργασίας, υπό τους όρους ότι οι μισθωτοί θα εργάζονται υποχρεωτικά πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα και θα αμείβονται με πλήρεις τις αποδοχές τους για έξι (6) εργάσιμες ημέρες την εβδομάδα. Το δε νόμιμο ωράριο καθορίστηκε σε εννέα (9) ώρες την ημέρα και σε σαράντα πέντε (45) ώρες την εβδομάδα. Περαιτέρω, με το άρθρ. 6 της από 14-02-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθ. 11770/20-03-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 81/20-03-1984), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 01-01-1984 σε 40 ώρες για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρ. 9 της 1/1982 απόφασης του Δ. Δ. Δ. Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρ. 29 του Ν. 1346/1983. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 1 του Ν. 3385/2005, με τις οποίες αντικαταστάθηκε το άρθρ. 4 του Ν. 2874/2000, προκύπτει ότι σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (ήδη, από 15-07-2010 20%, μετά την τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρ. 1 Ν. 3385/2005 με την παρ. 10 του άρθρ. 74 του Ν. 3863/2010, ΦΕΚ Α’/115/15-07-2010) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Δυνάμει δε της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Επίσης, υπερωριακή απασχόληση εννοούμε και την απασχόληση του εργαζόμενου πέρα από το ανώτατο όριο του νόμιμου ωραρίου του, ημερησίου ή εβδομαδιαίου (ΑΠ 679/2001 ΕΕΔ 2003.363). Υπάρχει δηλαδή υπερωρία και όταν δε γίνεται υπέρβαση του νόμιμου εβδομαδιαίου ωραρίου αλλά μόνο του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου (ΑΠ 1310/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 706/2004 ΔΕΕ 204.1299). Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. Οι αμοιβές δε για τη νόμιμη υπερωρία ρυθμίζονται από την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, ενώ στις παραγράφους 4 και 5 του ιδίου άρθρου ρυθμίζεται η κατ’ εξαίρεση υπερωρία, οριζόμενης ως τέτοιας κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, και για κάθε ώρα της οποίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%, και ήδη, από 15-07-2010 80%, μετά την τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρ. 1 Ν. 3385/2005 με την παρ. 10 του άρθρ. 74 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α’/115/15-07-2010). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α) η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχόλησης του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα (άρθρ. 6 της από 26-02-1975 Ε. Γ. Σ. Σ. Ε., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου και β) στην περίπτωση της υπερεργασίας, δηλαδή της απασχόλησης του μισθωτού πέρα από τις σαράντα (40) ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι τη συμπλήρωση των σαράντα οκτώ (48) ωρών ανώτατης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως, αν ο μισθωτός, απασχολούμενος μετά την 01-01-1984, δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό (συλλογικό) εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, και πλέον 20%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο, λόγω απασχόλησης του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα ανάπαυσης, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας. Αν, βεβαίως, η απασχόληση κατά το Σάββατο υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο όριο ημερήσιας απασχόλησης, τότε οι ώρες που υπερβαίνουν το νόμιμο ημερήσιο ωράριο συνιστούν παράνομη υπερωριακή απασχόληση (ΑΠ 655/2002 ΔΕΝ 2004.19, ΑΠ 33/2004 ΕΕργΔ 2004/662, ΑΠ 1673/2005 ΕΕργΔ 2006.545, ΑΠ 45/2006 ΝΟΜΟΣ). ΙΙΙ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις της με αριθμό 8.900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τις Κυριακές και εορτές», όπως ερμηνεύτηκε με την με αριθμό 25.825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, του άρθρ. 2 παρ. 1 και 2 του Ν. Δ. 3755/1957, όπως η παρ. 1 τροποποιήθηκε με το άρθρ. 2 του Ν. 435/1976 και η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρ. 1 του Ν. Δ. 147/1973, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρ. 10 παρ. 1 του Β. Δ. 748/1966, προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την Κυριακή ή τις αργίες, δικαιούται να λάβει για τις ώρες που απασχολήθηκε προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου, και εφόσον η απασχόλησή του υπερβαίνει τις 5 ώρες, αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί. Επίσης, οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, αν μεν τύχουν αναπληρωματικής ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω, δεν δικαιούνται, εκτός από την ανωτέρω προσαύξηση, άλλης αμοιβής για την απασχόλησή τους την Κυριακή. Αν όμως ο εργοδότης δεν παράσχει στον εργαζόμενο συνεχή 24ωρη ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και τον απασχολήσει όλες τις εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την Κυριακή, τότε η απασχόληση κατά μία ημέρα των εργάσιμων αυτών ημερών (πέντε η έξι ανάλογα) είναι παράνομη ως αντικείμενη σε δημόσιας τάξης διάταξη, και ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση, ανερχόμενη στο 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη ανάπαυσης, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών (βλ. ΑΠ 644/2005, ΑΠ 332/2008 ΝΟΜΟΣ – Ζερδελή Δ., Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2011, σελ. 903 επ. και τις εκεί παραπομπές). IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 6 παρ. 1 εδ. α’ Ν. 3198/1955 «Πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ’ όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας». Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, χωρίς δηλαδή να προταθεί η ακυρότητα με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, η καταγγελία καθίσταται ισχυρή και τόσο το δικαίωμα επίκλησης και προσβολής της ως άκυρης, όσο και οι αξιώσεις του εργαζομένου που προϋποθέτουν την ακυρότητα αποσβέννυνται. Σύμφωνα με το άρθρ. 279 ΑΚ, στις αποσβεστικές προθεσμίες εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή. Επομένως, η πιο πάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία αρχίζει από την επομένη της ημέρας κατά την οποία έλαβε χώρα η καταγγελία, με την περιέλευσή της στον εργαζόμενο (άρθρ. 241 ΑΚ) και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε (άρθρ. 243 ΑΚ). Αν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι εξαιρετέα, όπως είναι όλες οι Κυριακές, η προθεσμία παρατείνεται μέχρι την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα (άρθρ. 242 ΑΚ). Τέλος, εφαρμογής τυγχάνει επί της ως άνω τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας και η διάταξη του άρθρ. 263 ΑΚ, επομένως εάν ο εργαζόμενος παραιτηθεί από την αγωγή, αλλά εντός τριμήνου ασκήσει νέα αγωγή που στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (βλ. ενδεικτικά Ζερδελή Δ., Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2002, σελ. 577 επ. και τις εκεί παραπομπές σε θεωρία νομολογία).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή του, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε στο ακροατήριο (άρθρ. 224 ΚΠολΔ), ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία, που διατηρούσε ψητοπωλείο – ταχυφαγείο, την 1η Σεπτεμβρίου 2008, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως διανομέας φαγητού-οδηγός δικύκλου, αντί του νόμιμου ημερομισθίου. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2010 έως 08-07-2015 εργαζόταν υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας επί 13 ώρες την ημέρα, πέρα από το νόμιμο ανώτατο ημερήσιο και εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας, πραγματοποιώντας υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση (παράνομη) υπερωριακή απασχόληση, προσδιορίζοντας απλώς τον αριθμό των εβδομάδων, κατά τις οποίες εργαζόταν υπερωριακά, ανά ευρύτερα χρονικά διαστήματα. Ότι η πρώτη εναγομένη για την πιο πάνω πραγματοποιηθείσα υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση δεν του κατέβαλε ουδέποτε την προσαύξηση που δικαιούται. Ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα εργάσθηκε κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές που αναφέρει στην αγωγή του επί 13 ώρες, προσδιορίζοντας απλώς τον αριθμό των Σαββάτων και Κυριακών ανά ευρύτερα χρονικά διαστήματα, δίχως αναφορά συγκεκριμένων ημερομηνιών, χωρίς να λάβει την προσαύξηση της κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης, την προσαύξηση για την απασχόληση κατά τις Κυριακές και δίχως να λάβει αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί τις Κυριακές που εργάσθηκε. Ότι, ακόμη, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα εργάσθηκε κατά τις αργίες, που δεν συνέπιπταν με Κυριακές, που ειδικώς αναφέρει στην αγωγή και παρείχε τον αριθμό ωρών νυκτερινής εργασίας που αναφέρει στην αγωγή, χωρίς να λάβει την προσαύξηση που δικαιούται για τις αιτίες αυτές. Ότι, επιπλέον, κατά τα έτη 2010 έως 2015 ουδέποτε έλαβε από την πρώτη εναγομένη τα επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα αδείας που δικαιούνταν, ότι από το έτος 2010 μέχρι το έτος 2014 η πρώτη εναγομένη δεν του χορήγησε από υπαιτιότητά της την οφειλόμενη άδεια αναψυχής, αν και ο ίδιος υπέβαλε σχετικές αιτήσεις κατά τα αντίστοιχα έτη, συνεπώς για το λόγο αυτό η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές αδείας προσαυξημένες κατά 100%, ενώ κατά το έτος 2015 έλαβε άδεια αναψυχής χωρίς να του καταβληθούν οι αποδοχές αδείας. Ότι, τέλος, η πρώτη εναγομένη δεν του κατέβαλε το υπόλοιπο των δεδουλευμένων αποδοχών του Αυγούστου του έτους 2015. Ότι η πρώτη εναγομένη την 14η Αυγούστου 2015, όταν ο ίδιος επέστρεψε από την άδεια αναψυχής που είχε λάβει κατά το έτος εκείνο, αρνήθηκε να αποδεχθεί την εργασία του καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς να τηρήσει τον έγγραφο τύπο και χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι την 3η Αυγούστου 2015 την πρώτη εναγομένη διαδέχθηκε, κατά την έννοια των διατάξεων του Π. Δ. 178/2002, η δεύτερη εναγομένη, αναλαμβάνοντας και συνεχίζοντας την επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα. Ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη λόγω της μη τήρησης του έγγραφου τύπου και μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης και ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρ. 5 παρ. 1 Π. Δ. 178/2002. Ότι λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης που έλαβε χώρα κατά τα προαναφερόμενα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας του μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως ως είχαν κατά το χρονικό σημείο της μεταβίβασης στη δεύτερη εναγομένη, με αποτέλεσμα να ευθύνονται και οι δύο εναγόμενες εις ολόκληρον για τις έναντι αυτού υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας μέχρι την 3η Αυγούστου  2015, οπότε υλοποιήθηκε η μεταβίβαση επιχείρησης. Με βάση το ιστορικό αυτό, όπως εκτενέστερα εκτίθεται στην αγωγή, και ύστερα από δήλωση του ενάγοντος στο επιδοθέν στις εναγόμενες αγωγικό δικόγραφο (δεν προσκομίζονται οι εκθέσεις επίδοσης της ένδικης αγωγής, αλλά η επίδοση αυτής συνομολογείται από τις εναγόμενες),  με την οποία (δήλωση) παραδεκτώς παραιτήθηκε (άρθρ. 294, 295 παρ. 1, 297 ΚΠολΔ) από τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/……/13-11-2015 όμοια αγωγή του, που είχε ασκήσει προηγουμένως κατά της πρώτης εναγομένης, ζητεί, όπως παραδεκτώς περιόρισε το αγωγικό του αίτημα (άρθρ. 223 ΚΠολΔ) και μετά τον παραδεκτό και νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό (άρθρ. 215 παρ. 1, 223 παρ.1 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ), με τις προτάσεις και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης: Α) Να αναγνωρισθεί: α) η ακυρότητα της από 14-08-2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και β) ότι συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Βα) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν εις ολόκληρον, κυρίως μεν με βάση τη σύμβαση εργασίας του, επικουρικώς δε, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 18.136,23 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας αναψυχής, επιδόματα αδείας και προσαύξηση για απασχόληση κατά τις αργίες και Ββ) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να του καταβάλουν εις ολόκληρον, κυρίως μεν με βάση τη σύμβαση εργασίας του, επικουρικώς δε, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 55.953,63 ευρώ για προσαύξηση υπερεργασίας κατά τις εργάσιμες ημέρες, προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωρίας κατά τις εργάσιμες ημέρες, τα Σάββατα και τις Κυριακές, προσαύξηση για απασχόληση κατά τις Κυριακές και κατά τη νύκτα  και απόδοση ωφέλειας για τη στέρηση της αναπληρωματικής ανάπαυσης διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί τις Κυριακές που εργάσθηκε, όπως κάθε επιμέρους ποσό εξειδικεύεται στην αγωγή, και όλα τα προαναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους οφειλόμενης παροχής, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Γ) Να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 15-08-2015 μέχρι 24-05-2017, μετά το νομότυπο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος αναφορικά με το κονδύλιο αυτό, το συνολικό ποσό των 8.228,65 ευρώ, όπως κάθε επιμέρους ποσό εξειδικεύεται στην αγωγή και στις προτάσεις, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επί μέρους οφειλόμενης παροχής, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Δ) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, απειλούμενης σε βάρος της χρηματικής ποινής ύψους 500,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της προς το διατακτικό της παρούσας, και Ε) επικουρικώς, στην περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας του έχει λυθεί, να αναγνωρισθεί ότι και οι δύο εναγόμενες υποχρεούνται να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 3.176,51 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασής του, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας του και η διαγωγή του, απειλούμενης σε βάρος της χρηματικής ποινής ύψους 5.900,00 ευρώ για την περίπτωση άρνησης συμμόρφωσής της. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, να απαγγελθεί κατά της δεύτερης εναγομένης προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στα δικαστικά του έξοδα. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, μετά τον ως άνω εν μέρει περιορισμό του καταψηφιστικού της αιτήματος, εφόσον αυτό δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή δικαστικού ενσήμου (το οποίο ελάχιστο όριο ανέρχεται πλέον στο ποσό της αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου, ήτοι στο ποσό των 20.000,00 ευρώ, βλ. άρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρ. 14 παρ. 1α ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει δυνάμει του άρθρ. 2 του Ν. 3994/2011 και άρθρ. 7 παρ. 3 ΝΔ 1544/1942, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 21 παρ. 1 του Ν. 4055/2012), παραδεκτώς και αρμοδίως, καθ’ ύλη και κατά τόπο, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρ. 7, 9, 10, 12 παρ. 1, 13, 14 παρ. 2, 16 αριθ. 2, 22, 25 παρ. 2, 68, 664 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρ. 664 έως 676 ΚΠολΔ (βλ. άρθρ. 663 του ίδιου Κώδικα), είναι δε επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων, πλην του παρεπόμενου, αιτήματος της αγωγής για την επιδίκαση τόκων αναφορικά με την αξίωση της προσαύξησης από την υπερεργασία, της προσαύξησης από την εργασία κατά τις Κυριακές και της προσαύξησης από τη νυχτερινή εργασία το οποίο είναι ορισμένο μόνον από το χρόνο της επίδοσης της αγωγής και εντεύθεν και αόριστο και απορριπτέο για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι εκτίθενται οι εβδομάδες παροχής της υπερεργασίας, οι Κυριακές που απασχολήθηκε και οι ώρες παροχής της νυχτερινής εργασίας ανά ευρύτερα χρονικά διαστήματα και όχι ανά μήνα παροχής της εργασίας, ώστε από την επομένη του μήνα παροχής της εργασίας να επιδικασθεί ο νόμιμος τόκος για το αντίστοιχο σε κάθε μήνα ποσό. Επίσης, κατά τα προεκτεθέντα στην πιο πάνω υπό στοιχείο IV νομική σκέψη, η αγωγή έχει ασκηθεί παραδεκτώς εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας της διάταξης του άρθρ. 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, λαμβανομένης αυτής αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρ. 280 ΑΚ, βλ. και ΟλΑΠ 1338/1985 ΕΕργΔ 1986.58), όσον αφορά στο αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 14-08-2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς των εναγομένων, καθόσον, με επικαλούμενο τον προαναφερόμενο χρόνο καταγγελίας, η επίδοση στην πρώτη εναγομένη της προηγούμενης, όμοιας ως προς την ιστορική και νομική βάση με την υπό κρίση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/……/16-11-2015 αγωγής (από την οποία ο ενάγων παραιτήθηκε με την υπό κρίση αγωγή) έλαβε χώρα την 16η Νοεμβρίου 2015, δηλαδή εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, δεδομένου ότι η τελευταία ημέρα της προθεσμίας, η 15η Νοεμβρίου 2015 ήταν Κυριακή, οπότε η προθεσμία παρατάθηκε μέχρι την 16η Νοεμβρίου 2015, δηλαδή μέχρι την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα (βλ. άρθρ. 241, 242, 243, 261, 263, 279 ΑΚ – βλ. σχετ. ΑΠ 1019/1989 ΔΕΝ 1990.1015, ΕφΑθ 1994/1992 ΕλλΔνη 1993.126), όπως αποδεικνύεται από τη με αριθμό ……/16-11-2015 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στις πιο πάνω υπό στοιχεία I – III νομικές σκέψεις καθώς και στις διατάξεις των άρθρ. 3, 174, 180, 330, 341, 345, 346 εδ. α’, 349, 350, 353, 361, 481, 482, 648, 649, 653, 655, 656, όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 61 Ν. 4139/2013, 678, 904 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2, 5 παρ. 1 Π. Δ. 178/2002, 1 της Κ. Υ. Α. Οικονομικών και Εργασίας 19040/1981, 1 παρ. 1 Ν. 1082/1980, 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 σε συνδ. με άρθρ. 3 παρ. 1 Α. Ν. 539/1945, 4 παρ. 1, 2 και 5 Β. Δ. 748/1966, 2, 3, 6 παρ. 1 Ν. 2112/1920, 5, 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955, 68, 70, 74 αριθ. 1, 106, 176, 191 παρ, 2, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 946 ΚΠολΔ. Επίσης, το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής για την επιδίκαση τόκων αναφορικά με την αξίωση αποζημίωσης εξαιτίας παροχής κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης και αναφορικά με την αξίωση απόδοσης της ωφέλειας εξαιτίας της στέρησης της αναπληρωματικής ανάπαυσης διάρκειας 24 συνεχών ωρών, είναι νόμιμο μόνον από το χρόνο της επίδοσης της αγωγής και εντεύθεν και μη νόμιμο και απορριπτέο για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, εφόσον πρόκειται για παροχή για την οποία δεν τάσσεται από το νόμο δήλη ημέρα καταβολής, οπότε τοκοφορεί από την όχληση των εναγομένων που επέρχεται με την επίδοση αγωγής και όχι από προγενέστερο χρόνο (ΑΠ 653/2000 ΕλλΔνη 2001.125, ΑΠ 1244/2001 ΕλλΔνη 2002.166, ΑΠ 360/2002 ΕΕργΔ 2003.1030, ΕφΛαρ 49/2013 ΝΟΜΟΣ). Ομοίως, ως προς την επικουρικώς προβαλλόμενη βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 340, 345, 346, 910 και 911 ΑΚ, δεν ορίζεται δήλη ημέρα πληρωμής επί πλουτισμού, συνιστάμενου σε χρηματική παροχή, και οι τόκοι για αυτόν αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής ή της τυχόν προηγηθείσας όχλησης ή εν πάση περιπτώσει αφότου έλαβε γνώση ο οφειλέτης ότι οφείλει να επιστρέψει την παροχή στον δανειστή (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 2004.856, ΑΠ 424/2010 ΔΕΕ 2010.838). Επίσης, το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή όσον αφορά τα αναγνωριστικά αιτήματά της, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, διότι με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηφιστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την τελεσιδικία τους αποτελούν τίτλους εκτελεστούς και όχι οι αναγνωριστικές (αποφάσεις), η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές (βλ. ΕφΑθ 3702/1986 ΕλλΔνη 1986.706, ΕφΠειρ 1014/1992 ΑρχΝ 1993.63, ΕφΑθ 628/2003 ΕλλΔνη 2004.1470 – Νίκα Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως I – Γενικό μέρος, 2010, σελ. 199). Τέλος, απορριπτέο ως μη νόμιμο είναι και το αίτημα να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης εφόσον δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαιτήσεις από σύμβαση εργασίας, ενώ σε κάθε περίπτωση το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής δεν υπερβαίνει το ποσό των 30.000,00 ευρώ (1047 ΚΠολΔ). Επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρ. 416 ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσης αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχομένη εργασία του, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθ. 3, 174, 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 Ν. 4020/1959). Για το λόγο αυτό, άλλωστε, με το άρθρ. 18 παρ. 1 Ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσης αποδοχές του προσωπικού και τις επί αυτών κρατήσεις (ΑΠ 447/2015 ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, οι εναγόμενες με τις προτάσεις τους συνομολογούν, κατ’ άρθρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι ο ενάγων εργαζόταν, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από το 2008 ως διανομέας φαγητού στην επιχείρηση ψητοπωλείου της πρώτης από αυτές, ότι κατά τον Αύγουστο του 2015 λύθηκε ως εταιρεία η πρώτη από αυτές, ότι η δεύτερη από αυτές είναι σύζυγος του αδελφού του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης. Κατά τα λοιπά αρνούνται την ιστορική βάση της αγωγής, ισχυριζόμενοι, ειδικότερα, ότι ο ενάγων κατήγγειλε ο ίδιος σιωπηρά τη σύμβαση εργασίας, όταν αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του κατά τον Ιούλιο του 2015 και έφυγε στο Πακιστάν, ότι μετά τη λύση της πρώτης εναγομένης, κατά τον Αύγουστο του 2015, μετέφερε η δεύτερη από αυτές την επιχείρησή της από την οδό …… αριθ. …, στη ……, στο ίδιο ακίνητο επί της οδού …… …, όπου στεγαζόταν η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, μεταφέροντας, όμως, εκεί το δικό της εξοπλισμό, φήμη και πελατεία, χωρίς να χρησιμοποιήσει τον εξοπλισμό της πρώτης εναγομένης. Ότι το κατάστημα παρέμεινε κλειστό από τον Αύγουστο του 2015 έως τον Οκτώβριο του 2015 και ότι η επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης ξεκίνησε να λειτουργεί, με τον εξοπλισμό του καταστήματος που υπήρχε στη ……, την 17η Δεκεμβρίου 2015. Ότι δεν υφίσταται καμία οφειλή προς τον ενάγοντα από τη σύμβαση εργασίας και ότι όσα εκθέτει ο ενάγων στην αγωγή του είναι αναληθή. Περαιτέρω, με τις προτάσεις τους και με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας Δικηγόρου τους, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ισχυρίζονται ότι όλες οι ένδικες αξιώσεις έχουν εξοφληθεί, άλλωστε ο ενάγων υπέγραψε και σχετική δήλωση περί εξόφλησής του. Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο η προβαλλόμενη από τις εναγόμενες ένσταση εξόφλησης είναι απαράδεκτη ως προδήλως αόριστη και συνακόλουθα απορριπτέα. Και τούτο διότι οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι εξόφλησαν τις ένδικες αξιώσεις, περισσότερες της μίας, πλην, όμως, δεν αναφέρουν καν το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε, ενώ ούτε φυσικά προσδιορίζεται ειδικότερα το ποσό που καταβλήθηκε για κάθε αιτία (δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα άδειας, επιδόματα εορτών κλπ.), ούτε ο χρόνος καταβολής, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προαναφερόμενη νομική σκέψη.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν και λαμβάνονται υπόψη, τόσο για άμεση απόδειξη, όσο και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού δεν αποκλείεται η απόδειξη με μάρτυρες (άρθρ. 336 παρ. 3, 339, 393 και 395 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες που νομίμως επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε από τις αντιδίκους του (άρθρ. 444 παρ. 1 περ. γ’, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ’ αριθ. ……/29-05-2017 ένορκη βεβαίωση του …… …… του …… ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Χριστίνας Σεραπτσή, η οποία λαμβάνεται υπόψη ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο (άρθρ. 339 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 36 του Ν. 3994/2011), διότι ελήφθη στο πλαίσιο της παρούσας δίκης νομότυπα και εμπρόθεσμα, μετά από κλήτευση των εναγομένων με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου του ενάγοντος που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά επέχουσα θέση κλήτευσης (βλ. ΑΠ 1815/1999 ΕλλΔνη 41.85, ΑΠ 229/2002 ΕλλΔνη 2003.132, ΑΠ 1909/2007 όπ. παραπ.), εφόσον αυτή (ένορκη βεβαίωση) αναφέρεται σε αντίκρουση του αυτοτελούς ισχυρισμού (ένσταση άρθρ. 416 ΑΚ) που προβλήθηκε από τις εναγόμενες το πρώτον στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών και της από 29-05-2017 προσθήκης επί των από 24-05-2017 προτάσεών του (ενάγοντος), από τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις των διαδίκων (άρθρ. 261 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 811/2008 ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Σεπτέμβριο του 2008 ο ενάγων προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί, έναντι του κατώτατου νόμιμου ημερομισθίου, ως διανομέας φαγητού στην επιχείρηση ψητοπωλείου- πιτσαρίας – ταχυφαγείου με την ονομασία «……», στην οδό …… αριθ. …, στον ……, που διατηρούσε η πρώτη εναγομένη. Ο ενάγων κατάγεται από το Πακιστάν, γεννήθηκε το έτος 1987 και είναι κάτοχος του υπ’ αριθ. …… δελτίου διαμονής για παροχή μισθωτής εργασίας, παροχή υπηρεσιών ή έργου και επιχειρηματική δραστηριότητα διάρκειας από 10-02-2016 μέχρι 16-03-2021, που εκδόθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Πριν λάβει το ως άνω δελτίο διαμονής του είχε χορηγηθεί με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών η υπ’ αριθ. ……/26-03-2015 άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους με διάρκεια ισχύος από 17-03-2015 έως 16-03-2016, με την οποία παρέχεται δικαίωμα πρόσβασης στη μισθωτή απασχόληση και την παροχή άλλων υπηρεσιών ή έργου. Επίσης, ο ενάγων κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης εφοδιάσθηκε και με το προβλεπόμενο από το άρθρ. 1 της υπ’ αριθ. Υ1γ/ΓΠ/οίκ 35797 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β7’/1199/11-04-2012) πιστοποιητικό υγείας ότι υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόληση του, εφόσον η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης εντάσσεται στις επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, για την παροχή δε της εργασίας του, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να κατέχει το εν λόγω πιστοποιητικό (βλ. το από 12-02-2014 πιστοποιητικό υγείας ισχύος για 5 έτη, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, το οποίο παραδεκτώς προσκομίσθηκε με την προσθήκη των προτάσεών του, βλ. ΑΠ 702/2014 ΝΟΜΟΣ). Εφόσον μετά την απόκτηση του ως άνω πιστοποιητικού υγείας και της ως άνω αναφερόμενης άδειας διαμονής με δικαίωμα πρόσβασης στην εργασία εξακολούθησε η λειτουργία της σχέσης εργασίας, θεωρείται ότι επικυρώθηκε σιωπηρά η άκυρη σύμβαση και παράγει τα αποτελέσματα της σαν να ήταν έγκυρη από την αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 183 του ΑΚ (ΑΠ 91/2000 ΕλλΔνη 2000.1008, ΑΠ 65/2009 ΝοΒ 2009.1166, ΑΠ 702/2014 ό. π., ΕφΛαμ 55/2011 ΝΟΜΟΣ, επίσης για το ότι ο διανομέας φαγητού πρέπει να είναι εφοδιασμένος με πιστοποιητικό υγείας βλ. ενδεικτικά ΕφΠατρ 92/2015 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων την 9η Ιουλίου 2015 έχοντας λάβει άδεια αναψυχής ταξίδεψε από την Ελλάδα στο Πακιστάν για να επισκεφθεί την οικογένειά του, επειδή είχε πεθάνει η αδελφή του. Την 14η Αυγούστου 2015 επέστρεψε στην Ελλάδα και όταν πήγε στην εργασία του ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης αρνήθηκε να αποδεχθεί την εργασία του καταγγέλλοντας σιωπηρά τη σύμβαση εργασίας. Επίσης, όσο ο ενάγων έλλειπε στο Πακιστάν η πρώτη εναγομένη είχε υποβάλει στον Ο. A. Ε. Δ. την 5η Αυγούστου 2015 έντυπο αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος από την εργασία από την 3η Αυγούστου 2015, χωρίς, όμως, η δήλωση αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απουσίαζε από την εργασία έχοντας λάβει τη νόμιμη άδεια αναψυχής. Η μη αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος μετά την επιστροφή του από την άδειά του ισοδυναμεί με καταγγελία από την πλευρά της εργοδότριας πρώτης εναγομένης για την οποία δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος (άρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 2112/1920), οπότε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη. Άκυρη δε τυγχάνει η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν καταβλήθηκε σε αυτόν η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (άρθρ. 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955). Στο μεταξύ, την 3η Αυγούστου 2015 καταχωρίσθηκε στο Γ. Ε. Μ. Η. το από 30-07-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της εταιρείας με την επωνυμία «……», δηλαδή της πρώτης εναγομένης. Την ίδια περίοδο η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μεταβιβάσθηκε στη δεύτερη εναγομένη, η οποία είναι σύζυγος του αδελφού, δηλαδή κουνιάδα, του …… ……, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης. Η δεύτερη εναγόμενη ανέλαβε να λειτουργεί ακριβώς την ίδια επιχείρηση, όπως η πρώτη εναγομένη, δηλαδή επιχείρηση αναψυχής και μαζικής εστίασης, παρασκευής και διάθεσης πλήρους γεύματος ζεστής και κρύας κουζίνας (καφετέρια-ψητοπωλείο- εστιατόριο), στο ίδιο κατάστημα στην οδό …… αριθ. …, υπό την ίδια διακριτική ονομασία «……», τον ίδιο υλικοτεχνικό εξοπλισμό, χρησιμοποιώντας μάλιστα και τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό, καθώς και το σύνολο της πελατείας, αλλά και την τεχνογνωσία της πρώτης εναγομένης. Από τα παραπάνω στοιχεία, εκτιμώμενα στο πλαίσιο μιας συνολικής αξιολόγησης, συνάγεται ότι η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης διατήρησε την ταυτότητά της και υπό τον νέο φορέα της, δηλαδή τη δεύτερη εναγομένη, και ότι επήλθε μεταβίβαση επιχείρησης με την έννοια των διατάξεων των άρθρ. 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Π. Δ. 178/2002, καθώς και διαδοχή μεταξύ της προηγούμενης εργοδότριας του ενάγοντος, δηλαδή της πρώτης εναγομένης, και της δεύτερης εναγομένης νέας εργοδότριας, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη της παρούσας. Με βάση τα παραπάνω και δεδομένου ότι η πρώτη εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης, με μοναδικό σκοπό να απαλλαγεί η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση από οφειλές για δεδουλευμένες αποδοχές, η απόλυση του ενάγοντος είναι άκυρη και για τον επιπλέον λόγο ότι αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρ. 5 παρ. 1 Π. Δ. 178/2002, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο I μείζονα σκέψη της παρούσας. Λόγω της ως άνω μεταβίβασης, η διάδοχος δεύτερη εναγόμενη εργοδότρια υποκατέστησε αυτοδίκαια την αρχική εργοδότρια πρώτη εναγομένη, με συνέπεια αφενός μεν ο ενάγων να συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την πρώτη εναγομένη είναι, όπως προαναφέρθηκε, (πολλαπλώς) άκυρη (άρθρ. 180 ΑΚ), αφετέρου δε οι αξιώσεις του ενάγοντος, που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας του με την αρχική εργοδότριά του και υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, να βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής και τη διάδοχο δεύτερη εναγομένη. Η δε δεύτερη εναγομένη ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις του ενάγοντος που γεννήθηκαν μετά τη διαδοχή, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπερημερία της πρώτης εναγομένης, από την άκυρη απόλυση, συνεχίστηκε στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους της ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος σε αυτήν (πρβλ. ΑΠ 1697/1998 ΔΕΝ 2001.228, ΕφΑθ 106/1984 ΕΕργΔ 1984.222, ΕφΑθ 9825/1991 ΑρχΝ 1992.356 – Ζερδελή Δ., Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, σελ. 823, παρ. 1430). Η κατάσταση αυτή της υπερημερίας δεν αποδείχθηκε ότι έπαυσε με κάποιον νόμιμο τρόπο μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής (ένδικο διάστημα μισθών υπερημερίας, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, από 15-08-2015 έως 24-05-2017). Άλλωστε, η υπερημερία αυτή δεν έπαυσε ούτε με την απασχόληση του ενάγοντος, από τον Μάιο του 2016, σε άλλον εργοδότη, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του εδ. β’ του άρθρ. 656 ΑΚ, που, στην περίπτωση αυτή (απασχόληση σε άλλον εργοδότη), παρέχει απλώς δικαίωμα στον εργοδότη να αφαιρέσει από τους οφειλόμενους μισθούς κάθε τι που ωφελήθηκε ο εργαζόμενος από την παροχή της εργασίας του αλλού, πράγμα που προϋποθέτει ότι διατηρείται η υπερημερία του εργοδότη (βλ. ΑΠ 1420/1990 ΔΕΝ 1993.468, ΕφΑθ 12.910/1988 ΕλλΔνη 1990.161 – Ζερδελή Δ., Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2011, σελ. 754, παρ. 1194). Βάσει των προαναφερομένων, η δεύτερη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 15-08-2015 μέχρι 24-05-2017 για αποδοχές υπερημερίας, λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, μετά το νομότυπο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής κατά το ποσό που έλαβε από την εργασία του σε άλλον εργοδότη, τα ακόλουθα ποσά: α) 287,98 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας υπολοίπου μηνός Αυγούστου 2015 (11 εργάσιμες ημέρες X 26,18 ευρώ κατώτατο νόμιμο ημερομίσθιο άγαμου, σύμφωνα με το Ν. 4046/2012 και την Π.Υ.Σ. 6/28-2-2012 και την ερμηνευτική εγκύκλιο 4601/304/12-3-2012), β) 5.871,50 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από Σεπτέμβριο του 2015 έως Μάιο του 2016 (25 εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα κατά μέσο όρο X 26,18 ευρώ κατώτατο νόμιμο ημερομίσθιο άγαμου X 9 μήνες – 19,00 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), γ) 116,66 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2016 (25 εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα κατά μέσο όρο X 26,18 ευρώ κατώτατο νόμιμο ημερομίσθιο άγαμου X 1 μήνα – 537,84 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), δ) 179,50 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2016 (25 εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα κατά μέσο όρο X 26,18 ευρώ κατώτατο νόμιμο ημερομίσθιο άγαμου X 1 μήνα – 475,00 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), ε) 471,24 αποδοχές υπερημερίας διαστήματος 1-24 Μαΐου 2017 (18 εργάσιμες ημέρες X 26,18 ευρώ κατώτατο νόμιμο ημερομίσθιο άγαμου), στ) 473,83 ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2015 (ένα ημερομίσθιο ανά οκτώ ημέρες για το χρονικό διάστημα από 15-08-2015 έως 31-12-2015, δηλαδή 139 ημέρες/8 X 26,18 ευρώ, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας, δηλαδή με το συντελεστή 0,04166), ζ) 409,06 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2016 (15 ημερομίσθια X 26,18 ευρώ X 0,04166 συντελεστής της αναλογίας επιδόματος αδείας). Δηλαδή, συνολικά, η δεύτερη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα ως αποδοχές υπερημερίας το ποσό των (287,98+ 5.871,50+ 116,66+ 179,50+ 471,24+ 473,83+ 409,06=) 7.809,77 ευρώ, με το νόμιμο τόκο ως προς τους μισθούς υπερημερίας από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον κατά τον οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός έκαστος μηνιαίος μισθός, δηλαδή από 01-09-2015 για αποδοχές υπερημερίας υπολοίπου μηνός Αυγούστου 2015, από 01-10-2015 για μισθό υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2015, από 01-11-2015 για μισθό υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2015 κ. ο. κ., για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2015 από την 1η Ιανουαρίου 2016 και για το δώρο Πάσχα 2016 από την 1η Μαΐου 2016 (ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 1682/2001 ΕλλΔνη 2001.1308, ΑΠ 1341/2002 ΕλλΔνη 2003.253, ΑΠ 350/2004 ΕλλΔνη 2005.1480, ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 2004.856). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, από 01-01-2010 έως 08-07-2015, ο ενάγων παρείχε την εργασία του υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων με τη σύμβαση εργασίας, ισχύει, εξάλλου, (το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας) για τους εργαζόμενους σε επισιτιστικά καταστήματα (βλ. την υπ’ αριθ. 102/1984 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ’ αριθ. 21.768/26-11-1985 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 11.452/04-02-1985 απόφαση του αυτού Υπουργού, σύμφωνα με τις οποίες καθιερώθηκε από 01-01-1985 πενθήμερο με σαράντα (40) ώρες εργασίας και δύο συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης στα τουριστικά και επισιτιστικά καταστήματα όλης της Χώρας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα εστιατόρια, ζυθεστιατόρια, ταβέρνες, “μπαρ”, ψητοπωλεία και κάθε κατάστημα, στο οποίο λειτουργεί αμιγές τμήμα εστιατορίου), εργαζόταν, όμως, από Δευτέρα έως και Κυριακή, επί έντεκα (11) ώρες κάθε ημέρα, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν καθ’ όλη τη διάρκεια του ένδικου χρονικού διαστήματος, πάντοτε από Δευτέρα έως και Κυριακή, δηλαδή και τις επτά (7) ημέρες της εβδομάδας, επί έντεκα (11) ώρες ημερησίως, με διακεκομμένο ωράριο, δηλαδή από ώρα 11:00 έως ώρα 17:30 και από ώρα 20:00 έως ώρα 00:30. Τα καθήκοντα του ενάγοντος σε όλες τις ώρες απασχόλησής του ήταν η διανομή φαγητού από το εστιατόριο των εναγομένων στις κατοικίες που βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή του καταστήματος, με τη χρήση μοτοποδηλάτου. Η κρίση του Δικαστηρίου για το χρόνο και τις συνθήκες της εργασιακής απασχόλησης του ενάγοντος στηρίζεται στη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρά του, ο οποίος δούλευε στο ίδιο κατάστημα που εργαζόταν και ο ενάγων το ίδιο ένδικο διάστημα, χωρίς να αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης. Η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, η οποία, κατ’ εφαρμογή της γενικής αρχής της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρ. 340 ΚΠολΔ), κρίνεται πιο πειστική σε σχέση με την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ενισχύεται και από την ένορκη βεβαίωση του …… ……, εργαζομένου στο ίδιο κατάστημα κατά το ίδιο διάστημα. Ο ενάγων, βεβαίως, υποστηρίζει ότι εργαζόταν κάθε ημέρα επί δέκα τρεις (13) ώρες, δηλαδή ότι η εργασία του ξεκινούσε από τις 09:00, ωστόσο δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι τα καθήκοντα που εκτελούσε ήταν διανομή φαγητού, αυτή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν μπορεί να ξεκινούσε πριν τις 11:00. Περαιτέρω, από τη συσχέτιση των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων προέκυψε ότι ο ενάγων καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής του απασχόλησης στην πρώτη εναγομένη δεν έλαβε ποτέ επιδόματα εορτών και αδείας, ενώ κατά τα έτη 2010 έως 2014 ουδέποτε του χορηγήθηκε άδεια αναψυχής αν και αυτός ζητούσε από την πρώτη εναγομένη τις δικαιούμενες ημέρες ετήσιας άδειας αναψυχής. Ο αριθμός των ημερών αδείας που δικαιούνταν, βάσει και του χρόνου της προϋπηρεσίας του, ανέρχεται σε είκοσι δύο (22). Ενώ μόλις το έτος 2015 έλαβε, όπως προαναφέρθηκε, άδεια αναψυχής χωρίς, όμως, να του χορηγηθούν οι νόμιμες αποδοχές του. Συνεπώς, η πρώτη εναγομένη, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τις αποδοχές άδειας, που αντιστοιχούν στις παραπάνω ημέρες αυτούσιας άδειας, που δεν του χορηγήθηκαν, οι οποίες είναι ίσες με τις ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά τα αντίστοιχα ένδικα έτη (ΕφΑθ 9.284/2002 ΕλλΔνη 46.230). Επίσης, ο ενάγων δικαιούται, λόγω της υπαίτιας παράλειψης (αμέλειας) της πρώτης εναγομένης να του χορηγήσει κατά τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014 το σύνολο των ημερών κανονικής άδειας κατ’ έτος, τις οποίες όφειλε να του χορηγήσει, τις οφειλόμενες για τα έτη αυτά αποδοχές άδειας προσαυξημένες κατά 100%. Επίσης, ενώ ο ενάγων εργαζόταν καθ’ όλες τις Κυριακές του χρονικού διαστήματος από 01-01-2010 έως 08-07-2015 ουδέποτε του χορηγήθηκε αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθούσε την Κυριακή, ενώ ουδέποτε του καταβλήθηκε η προσαύξηση της Κυριακάτικης εργασίας, η προσαύξηση της νυκτερινής εργασίας και η προσαύξηση της εργασίας κατά τις αργίες που εργάσθηκε στο ίδιο αυτό χρονικό διάστημα (01-01-2010 έως 08-07-2015). Με βάση τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό και με όσα αναλυτικώς διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη της απόφασης, ο ενάγων, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, προσέφερε υπερεργασία (45 – 40) πέντε (5) ωρών εβδομαδιαίως (από Δευτέρα έως Παρασκευή), ενώ οι δέκα (10) ώρες πλέον της 45ης ώρας, δηλαδή από την 46η μέχρι την 55η ώρα, καθώς και οι τρεις (3) ώρες απασχόλησης πέραν του οκταώρου (8ώρου) κάθε Σάββατο και οι τρεις (3) ώρες απασχόλησης πέραν του οκταώρου (8ώρου) κάθε Κυριακή, αποτελούν κατ’ εξαίρεση (παράνομη) υπερωρία, εφόσον η εναγομένη, όπως δεν το αμφισβητεί ειδικώς, δεν τηρούσε τις προϋποθέσεις για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση του προσωπικού της (έγγραφη αναγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας, ανάρτησή της σε εμφανές σημείο του χώρου εργασίας, τήρηση ειδικά θεωρημένου βιβλίου υπερωριών κλπ.). Κατά τα προεκτεθέντα στην ίδια (υπό στοιχείο II) νομική σκέψη, ο ενάγων για τις ώρες της υπερεργασίας, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, δικαιούται προσαύξηση επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή 25% και ήδη, από 15-07-2010, 20%. Επίσης, για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση (παράνομης) υπερωρίας, τόσο κατά τη διάρκεια του πενθημέρου, όσο και κατά το Σάββατο και κατά την Κυριακή, ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση προσαύξηση επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου ύψους 100% και ήδη, από 15-07-2010, 80%. Πρέπει να σημειωθεί ότι αντικείμενο της αγωγής είναι οι προσαυξήσεις της υπερεργασίας και της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας αφού τα συγκεκριμένα ποσά ζητεί με την αγωγή του ο ενάγων (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). Ως βάση υπολογισμού των κατωτέρω αναφερομένων ποσών λαμβάνεται το κατώτατο νόμιμο ημερομίσθιου του άγαμου εργαζόμενου, όπως αυτό οριζόταν από τις εκάστοτε ισχύουσες Ε. Γ. Σ. Σ. Ε. και από τον Φεβρουάριο του 2012 και εφεξής από το νόμο. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2010 έως 30-06-2011 το κατώτατο νόμιμο ημερομίσθιο του άγαμου ανερχόταν στο ποσό των 33,04 ευρώ (Ε. Γ. Σ. Σ. Ε. 2010-2011-2012), κατά το χρονικό διάστημα από 01-07-2011 έως 13-02-2012 ανερχόταν στο ποσό των 33,57 ευρώ (Ε. Γ. Σ. Σ. Ε. 2010-2011-2012), κατά το χρονικό διάστημα από 14-02-2012 έως τέλος 2015 ανερχόταν στο ποσό των 26,18 ευρώ (Ν. 4046/2012, Π.Υ.Σ. 6/28-2-2012 και ερμηνευτική εγκύκλιος 4601/304/12-3-2012, υποπαρ. ΙΑ. 11 αριθ. 3 Ν. 4093/2012). Συνακόλουθα των όσων αναφέρθηκαν, ο ενάγων δικαιούται να λάβει, για τις αιτίες που θα αναφερθούν, τα ακόλουθα ποσά: Α) Για ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΕΟΡΤΩΝ: α) Για επίδομα Πάσχα 2010: 516,25 Ευρώ (15 ημερομίσθια προσαυξημένα με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 15 χ 33,04 χ 0,04166= 516,25), β) για επίδομα Χριστουγέννων 2010: 860,41 ευρώ (25 ημερομίσθια προσαυξημένα κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 25 χ 33,04 χ 0,04166=860,41), γ) για επίδομα Πάσχα 2011: 516,25 Ευρώ (15 ημερομίσθια προσαυξημένα με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 15 χ 33,04 χ 0,04166= 516,25), δ) για επίδομα Χριστουγέννων 2011: 874,21 Ευρώ (25 ημερομίσθια προσαυξημένα κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 25 χ 33,57 χ 0,04166 = 874,21), ε) για επίδομα Πάσχα 2012: 409,06 Ευρώ (15 ημερομίσθια προσαυξημένα με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 15 χ 26,18 χ 0,04166= 409,06), στ) για επίδομα Χριστουγέννων 2012: 681,77 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 26,18 Ευρώ και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [0,04166] = 681,77), ζ) για επίδομα Πάσχα 2013: 409,06 Ευρώ (15 ημερομίσθια προσαυξημένα με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 15 χ 26,18 χ 0,04166= 409,06), η) για επίδομα Χριστουγέννων 2013: 681,77 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 26,18 Ευρώ και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [0,04166] = 681,77), θ) για επίδομα Πάσχα 2014: 409,06 Ευρώ (15 ημερομίσθια προσαυξημένα με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 15 χ 26,18 χ 0,04166= 409,06), ι) για επίδομα Χριστουγέννων 2014: 681,77 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 26,18 Ευρώ και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [0,04166] = 681,77), ια) για επίδομα Πάσχα 2015: 409,06 Ευρώ (15 ημερομίσθια προσαυξημένα με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 15 χ 26,18 χ 0,04166= 409,06), ιβ) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2015: 361,34 Ευρώ (ένα ημερομίσθιο ανά οκτώ ημέρες, για το χρονικό διάστημα από 01/05/2015 έως 14/08/2015: 106 ημέρες/8 X 26,18 και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [0,04166]=361,34). Επομένως, για την αιτία αυτή (επιδόματα εορτών) οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 6.810,01 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους για το δώρο Χριστουγέννων κάθε έτους από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, δηλαδή για το δώρο Χριστουγέννων 2010 από την 1η Ιανουαρίου 2011, για το δώρο Χριστουγέννων 2011 από την 1η Ιανουαρίου 2012, για το δώρο Χριστουγέννων 2012 από την 1η Ιανουαρίου 2013 κ. ο. κ., ενώ για το δώρο Πάσχα κάθε έτους από την 1η Μαΐου κάθε αντίστοιχου έτους (δηλαδή για το δώρο Πάσχα 2010 από 01-05-2010, για το δώρο Πάσχα 2011 από 01-05-2010 κ. ο. κ. (ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 1682/2001 ΕλλΔνη 2001.1308, ΑΠ 1341/2002 ΕλλΔνη 2003.253, ΑΠ 350/2004 ΕλλΔνη 2005.1480, ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 2004.856). Β) Για ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΜΗ ΛΗΦΘΕΙΣΑΣ ΑΔΕΙΑΣ, ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ: α) Για το έτος 2010, το ποσό των 1.453,76 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας (22 X 33,04 + 100%=1.453,76), καθώς και το ποσό των 429,52 ευρώ (13 X 33,04 ευρώ) για επίδομα αδείας. β) Για το έτος 2011, το ποσό των 1.477,08 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας (22 X 33,57 + 100%=1.477,08), καθώς και το ποσό των 436,41 ευρώ (13 X 33,57 ευρώ) για επίδομα αδείας. γ) Για το έτος 2012 το ποσό των 1.151,92 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας (22 X 26,18 + 100%=1.151,92), καθώς και το ποσό των 340,34 ευρώ (13 X 26,18 ευρώ) για επίδομα αδείας. δ) Για το έτος 2013 το ποσό των 1.151,92 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας (22 X 26,18 + 100%=1.151,92), καθώς και το ποσό των 340,34 ευρώ (13 X 26,18 ευρώ) για επίδομα αδείας. ε) Για το έτος 2014 το ποσό των 1.151,92 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας (22 X 26,18 + 100%=1.151,92), καθώς και το ποσό των 340,34 ευρώ (13 X 26,18 ευρώ) για επίδομα αδείας. στ) Για το έτος 2015 το ποσό των 575,96 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας (22 X 26,18=575,96), καθώς και το ποσό των 340,34 ευρώ (13 X 26,18 ευρώ) για επίδομα αδείας. Επομένως, για την αιτία αυτή (αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας) οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9.189,85 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής τους, ήτοι από την επομένη της τελευταίας ημέρας του έτους που αφορούν και συγκεκριμένα ως προς το επιμέρους ποσό των 726,88 ευρώ (αποδοχές άδειας 2010) με το νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουαρίου 2011, ως προς το επιμέρους ποσό των 738,54 ευρώ (αποδοχές άδειας 2011) με το νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουαρίου 2012, ως προς το επιμέρους ποσό των 575,96 ευρώ (αποδοχές άδειας 2012) με το νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουαρίου 2013, ως προς το επιμέρους ποσό των 575,96 ευρώ (αποδοχές άδειας 2013) με το νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουαρίου 2014, ως προς το επιμέρους ποσό των 575,96 ευρώ (αποδοχές άδειας 2014) με το νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουαρίου 2015, ως προς το επιμέρους ποσό των 575,96 ευρώ (αποδοχές άδειας 2015) με το νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουαρίου 2016. Περαιτέρω, ως προς το επιμέρους ποσό των (726,88 + 738,54 + 575,96 + 575,96 + 575,96=) 3.193,30 ευρώ που αφορά στις προσαυξήσεις 100% των αποδοχών αδείας για μη αυτούσιες ληφθείσες άδειες κατά τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014, η τοκοδοσία πρέπει να ορισθεί από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής. Για τα επιδόματα αδείας η τοκοδοσία πρέπει να ορισθεί από την 1η Ιανουαρίου που ακολουθεί την τελευταία ημέρα του οικείου έτους αντίστοιχα, δηλαδή για το επίδομα αδείας 2010 από 01-01-2011, για το επίδομα αδείας 2011 από 01-01-2012 κ, ο. κ. (ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 1682/2001 ΕλλΔνη 2001.1308, ΑΠ 1341/2002 ΕλλΔνη 2003.253, ΑΠ 350/2004 ΕλλΔνη 2005.1480, ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 2004.856). Γ) Για ΥΠΕΡΕΡΓΑΣΙΑ: Κατά το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2010 έως 14η Ιουλίου 2010, δεδομένου ότι απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών (κατά τις εργάσιμες ημέρες), συνολικά επί 140 ώρες (28 εβδομάδες X 5 ώρες) και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται σε (33,04 ευρώ X 6/40=) 4,96 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση υπερεργασίας το ποσό των (140 ώρες X 4,96 ωρομίσθιο X 25%=) 173,60 ευρώ. β) Κατά το χρονικό διάστημα από την 15η Ιουλίου 2010 έως την 30η Ιουνίου 2011, δεδομένου ότι απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών (κατά τις εργάσιμες ημέρες), συνολικά επί 250 ώρες (50 εβδομάδες X 5 ώρες) και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται σε (33,04 ευρώ X 6/40=) 4,96 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση υπερεργασίας το ποσό των (250 ώρες X 4,96 ωρομίσθιο X 20%=) 248,00 ευρώ. γ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουλίου 2011 έως την 13η Φεβρουαρίου 2012, δεδομένου ότι απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών (κατά τις εργάσιμες ημέρες), συνολικά επί 165 ώρες (33 εβδομάδες X 5 ώρες) και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται σε (33,57 ευρώ X 6/40=) 5,04 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση υπερεργασίας το ποσό των (165 ώρες X 5,04 ωρομίσθιο X 20%=) 166,32 ευρώ. δ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 14η Φεβρουαρίου 2012 έως την 8η Ιουλίου 2015, δεδομένου ότι απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών (κατά τις εργάσιμες ημέρες), συνολικά επί 885 ώρες (177 εβδομάδες X 5 ώρες) και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται σε (26,18 ευρώ X 6/40=) 3,93 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση υπερεργασίας το ποσό των (885 ώρες X 3,93 ωρομίσθιο X 20%=) 695,61 ευρώ. Επομένως, για την αιτία αυτή (προσαύξηση υπερεργασίας) οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 1.283,53 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Δ) Για ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗ ΚΑΤ’ ΕΞΑΙΡΕΣΗ (ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ) ΥΠΕΡΩΡΙΑΣ (κατά τη διάρκεια του πενθημέρου): α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2010 έως 14η Ιουλίου 2010, δεδομένου ότι απασχολήθηκε πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως (κατά τις εργάσιμες ημέρες) συνολικά επί 280 ώρες (28 εβδομάδες X 10 ώρες κατά τα προαναφερόμενα) και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται σε (33,04 ευρώ Χ 6/40=) 4,96 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης το ποσό των (280 ώρες X 4,96 ωρομίσθιο X 100%=) 1.388,80 ευρώ. β) Κατά το χρονικό διάστημα από την 15η Ιουλίου 2010 έως την 30η Ιουνίου 2011, δεδομένου ότι απασχολήθηκε πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως (κατά τις εργάσιμες ημέρες) συνολικά επί 500 ώρες (50 εβδομάδες X 10 ώρες κατά τα προαναφερόμενα) και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται σε (33,04 ευρώ X 6/40=) 4,96 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης το ποσό των (500 ώρες X 4,96 ωρομίσθιο X 80%=) 1.984,00 ευρώ. γ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουλίου 2011 έως την 13η Φεβρουαρίου 2012, δεδομένου ότι απασχολήθηκε πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως (κατά τις εργάσιμες ημέρες) συνολικά επί 330 ώρες (33 εβδομάδες X 10 ώρες κατά τα προαναφερόμενα) και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται σε (33,57 ευρώ X 6/40=) 5,04 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης το ποσό των (330 ώρες X 5,04 ωρομίσθιο X 80%=) 1.330,56 ευρώ. δ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 14η Φεβρουαρίου 2012 έως την 8η Ιουλίου 2015, δεδομένου ότι απασχολήθηκε πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως (κατά τις εργάσιμες ημέρες) συνολικά επί 1.770 ώρες (177 εβδομάδες X 10 ώρες κατά τα προαναφερόμενα) και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται σε (26,18 ευρώ X 6/40=) 3,93 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης το ποσό των (1.770 ώρες X 3,93 ευρώ ωρομίσθιο X 80%=) 5.564,88 ευρώ. Επομένως, για την αιτία αυτή (προσαύξηση κατ’ εξαίρεση, παράνομης, υπερωρίας κατά τη διάρκεια του πενθημέρου) οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 10.268,24 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Ε) Για ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗ ΚΑΤ’ ΕΞΑΙΡΕΣΗ (ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ) ΥΠΕΡΩΡΙΑΣ (κατά τα Σάββατα): α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2010 έως 14η Ιουλίου 2010, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 28 Σάββατα επί 3 ώρες πέραν του 8ώρου το κάθε Σάββατο, δηλαδή συνολικά επί (28X3=) 84 ώρες και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται σε (33,04 ευρώ X 6/40=) 4,96 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τα Σάββατα το ποσό των (84 ώρες X 4,96 ωρομίσθιο X 100%=) 416,64 ευρώ. β) Κατά το χρονικό διάστημα από την 15η Ιουλίου 2010 έως την 30η Ιουνίου 2011, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 50 Σάββατα επί 3 ώρες πέραν του 8ώρου το κάθε Σάββατο, δηλαδή συνολικά επί (50X3=) 150 ώρες και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται σε (33,04 ευρώ X 6/40=) 4,96 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τα Σάββατα το ποσό των (150 ώρες X 4,96 ωρομίσθιο X 80%=) 595,20 ευρώ. γ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουλίου 2011 έως την 13η Φεβρουαρίου 2012, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 33 Σάββατα επί 3 ώρες πέραν του 8ώρου το κάθε Σάββατο, δηλαδή συνολικά επί (33X3=) 99 ώρες και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται σε (33,57 ευρώ X 6/40=) 5,04 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τα Σάββατα το ποσό των (99 ώρες X 5,04 ωρομίσθιο X 80%=) 399,17 ευρώ. δ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 14η Φεβρουαρίου 2012 έως την 8η Ιουλίου 2015, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 177 Σάββατα επί 3 ώρες πέραν του 8ώρου το κάθε Σάββατο, δηλαδή συνολικά επί (177X3=) 531 ώρες και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται σε (26,18 ευρώ X 6/40=) 5,04 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τα Σάββατα το ποσό των (531 ώρες X 5,04 ωρομίσθιο X 80%=) 2.140,99 ευρώ. Επομένως, για την αιτία αυτή (προσαύξηση κατ’ εξαίρεση, παράνομης, υπερωρίας κατά τα Σάββατα) οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 3.552,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. ΣΤ) Για ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗ ΚΑΤ’ ΕΞΑΙΡΕΣΗ (ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ) ΥΠΕΡΩΡΙΑΣ (κατά τις Κυριακές): α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2010 έως 14η Ιουλίου 2010, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 28 Κυριακές επί 3 ώρες πέραν του 8ώρου την κάθε Κυριακή, δηλαδή συνολικά επί (28Χ3=) 84 ώρες και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο, πλέον της προσαύξησης 75% της απασχόλησης κατά την Κυριακή, ανέρχεται σε (33,04 ευρώ X 6/40=4,96 + 75%=) 8,68 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τις Κυριακές το ποσό των (84 ώρες X 8,68 ωρομίσθιο X 100%=) 729,12 ευρώ. β) Κατά το χρονικό διάστημα από την 15η Ιουλίου 2010 έως την 30η Ιουνίου 2011, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 50 Κυριακές επί 3 ώρες πέραν του 8ώρου την κάθε Κυριακή, δηλαδή συνολικά επί (50X3=) 150 ώρες και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο, πλέον της προσαύξησης 75% της απασχόλησης κατά την Κυριακή, ανέρχεται σε (33,04 ευρώ X 6/40=4,96+ 75%=) 8,68 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τις Κυριακές το ποσό των (150 ώρες X 8,68 ωρομίσθιο X 80%=) 1.041,60 ευρώ. γ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουλίου 2011 έως την 13η Φεβρουαρίου 2012, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 33 Κυριακές επί 3 ώρες πέραν του 8ώρου το κάθε Κυριακή, δηλαδή συνολικά επί (33X3=) 99 ώρες και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο, πλέον της προσαύξησης 75% της απασχόλησης κατά την Κυριακή, ανέρχεται σε (33,57 ευρώ X 6/40=5,04 + 75%=) 8,82 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τις Κυριακές το ποσό των (99 ώρες X 8,82 ωρομίσθιο X 80%=) 698,54 ευρώ. δ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 14η Φεβρουαρίου 2012 έως την 8η Ιουλίου 2015, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 177 Κυριακές επί 3 ώρες πέραν του 8ώρου την κάθε Κυριακή, δηλαδή συνολικά επί (177X3=) 531 ώρες και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο, πλέον της προσαύξησης 75% της απασχόλησης κατά την Κυριακή, ανέρχεται σε (26,18 ευρώ X 6/40=3,93 + 75%=) 6,88 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τις Κυριακές το ποσό των (531 ώρες X 6,88 ωρομίσθιο X 80%=) 2.922,62 ευρώ. Επομένως, για την αιτία αυτή (προσαύξηση κατ’ εξαίρεση, παράνομης, υπερωρίας κατά τις Κυριακές) οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 5.391,88 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Ζ) Για ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗ (75%) ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2010 έως την 30η Ιουνίου 2011, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 78 Κυριακές και ότι το νόμιμο ημερομίσθιο ανέρχεται την περίοδο αυτή σε 33,04 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση 75% της απασχόλησης κατά την Κυριακή το ποσό των (78 Κυριακές X 33,04 νόμιμο ημερομίσθιο X 75%=) 1.932,84 ευρώ. β) Κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουλίου 2011 έως την 13η Φεβρουαρίου 2012, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 33 Κυριακές και ότι το νόμιμο ημερομίσθιο ανέρχεται την περίοδο αυτή σε 33,57 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση 75% της απασχόλησης κατά την Κυριακή το ποσό των (33 Κυριακές X 33,57 νόμιμο ημερομίσθιο X 75%=) 830,86 ευρώ. γ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 14η Φεβρουαρίου 2012 έως την 8η Ιουλίου 2015, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 177 Κυριακές και ότι το νόμιμο ημερομίσθιο ανέρχεται την περίοδο αυτή σε 26,18 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση 75% της απασχόλησης κατά την Κυριακή το ποσό των (177 Κυριακές X 26,18 νόμιμο ημερομίσθιο X 75%=) 3.475,40 ευρώ. Επομένως, για την αιτία αυτή (προσαύξηση 75% απασχόλησης κατά τις Κυριακές) οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 6.239,10 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η) ΓΙΑ ΑΠΟΔΟΣΗ ΩΦΕΛΕΙΑΣ ΛΟΓΩ ΣΤΕΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑΣ ΑΝΑΠΑΥΣΗΣ: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2010 έως την 30η Ιουνίου 2011, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 78 Κυριακές και ότι το νόμιμο ημερομίσθιο ανέρχεται την περίοδο αυτή σε 33,04 ευρώ, δικαιούται ως ωφέλεια από τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των (78 Κυριακές X 33,04 νόμιμο ημερομίσθιο=) 2.577,72 ευρώ. β) Κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουλίου 2011 έως την 13η Φεβρουαρίου 2012, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 33 Κυριακές και ότι το νόμιμο ημερομίσθιο ανέρχεται την περίοδο αυτή σε 33,57 ευρώ, δικαιούται ως ωφέλεια από τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των (33 Κυριακές X 33,57 νόμιμο ημερομίσθιο=) 1.107,81 ευρώ. γ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 14η Φεβρουαρίου 2012 έως την 8η Ιουλίου 2015, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 177 Κυριακές και ότι το νόμιμο ημερομίσθιο ανέρχεται την περίοδο αυτή σε 26,18 ευρώ, δικαιούται ως ωφέλεια από τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των (177 Κυριακές X 26,18 νόμιμο ημερομίσθιο=) 4.633,86 ευρώ. Επομένως, για την αιτία αυτή (ωφέλεια από τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης) οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 8.319,39 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Θ) Για ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗ (75%) ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΑΡΓΙΕΣ: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2010 έως την 30η Ιουνίου 2011, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 7 αργίες που δεν συνέπιπταν με Κυριακές (25η Μαρτίου 2010, Δευτέρα του Πάσχα 2010, 1η Μαΐου 2010, 28η Οκτωβρίου 2010, 25η Δεκεμβρίου 2010, 25η Μαρτίου 2011 και Δευτέρα του Πάσχα 2011) και ότι το νόμιμο ημερομίσθιο ανέρχεται την περίοδο αυτή σε 33,04 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση 75% της απασχόλησης κατά τις αργίες το ποσό των (7 αργίες X 33,04 νόμιμο ημερομίσθιο X 75%=) 173,46 ευρώ. β) Κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουλίου 2011 έως την 13η Φεβρουαρίου 2012, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 2 αργίες που δεν συνέπιπταν με Κυριακές (15η Αυγούστου 2011 και 28η Οκτωβρίου 2011) και ότι το νόμιμο ημερομίσθιο ανέρχεται την περίοδο αυτή σε 33,57 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση 75% της απασχόλησης κατά τις αργίες το ποσό των (2 αργίες X 33,57 νόμιμο ημερομίσθιο X 75%=) 50,36 ευρώ. γ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 14η Φεβρουαρίου 2012 έως την 8η Ιουλίου 2015, δεδομένου ότι εργάσθηκε επί 18 αργίες που δεν συνέπιπταν με Κυριακές (Δευτέρα του Πάσχα 2012, 15η Αυγούστου 2012, 25η Δεκεμβρίου 2012, 25η Μαρτίου 2013, Δευτέρα του Πάσχα 2013, 1η Μαΐου 2013, 15η Αυγούστου 2013, 28η Οκτωβρίου 2013, 25η Δεκεμβρίου 2013, 25η Μαρτίου 2014, Δευτέρα του Πάσχα 2014, 1η Μαΐου 2014, 15η Αυγούστου 2014, 28η Οκτωβρίου 2014, 25η Δεκεμβρίου 2014, 25η Μαρτίου 2015, Δευτέρα του Πάσχα 2015 και 1η Μαΐου 2015) και ότι το νόμιμο ημερομίσθιο ανέρχεται την περίοδο αυτή σε 26,18 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση 75% της απασχόλησης κατά τις πιο πάνω αργίες το ποσό των (18 αργίες X 26,18 νόμιμο ημερομίσθιο X 75%=) 353,43 ευρώ. Επομένως, για την αιτία αυτή (προσαύξηση 75% απασχόλησης κατά τις αργίες) οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 577,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την παροχή της εργασίας σε κάθε μία από τις προαναφερόμενες αργίες. I) Για ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗ (25%) ΝΥΧΤΕΡΙΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2010 έως την 30η Ιουνίου 2011, δεδομένου ότι απασχολήθηκε μετά τις 22:00 συνολικά επί 1.365,00 ώρες (546 ημέρες X 2,50 ώρες ημερησίως) και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται την περίοδο αυτή σε (33,04 X 6/40=) 4,96 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση 25% της νυχτερινής απασχόλησης το ποσό των (1.365 ώρες X 4,96 ωρομίσθιο X 25% προσαύξηση νυχτερινής εργασίας=) 1.692,60 ευρώ. β) Κατά το χρονικό διάστημα από 1η Ιουλίου 2011 έως την 13η Φεβρουαρίου 2012, δεδομένου ότι απασχολήθηκε μετά τις 22:00 συνολικά επί 570,00 ώρες (228 ημέρες X 2,50 ώρες ημερησίως) και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται την περίοδο αυτή σε (33,57 X 6/40=) 5,04 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση 25% της νυχτερινής απασχόλησης το ποσό των (570 ώρες X 5,04 ευρώ ωρομίσθιο X 25% προσαύξηση νυχτερινής εργασίας=) 718,20 ευρώ. γ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 14η Φεβρουαρίου 2012 έως την 8η Ιουλίου 2015, δεδομένου ότι απασχολήθηκε μετά τις 22:00 συνολικά επί 3.102,50 ώρες (1.241 ημέρες X 2,50 ώρες ημερησίως) και ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανέρχεται την περίοδο αυτή σε (26,18 X 6/40=) 3,93 ευρώ, δικαιούται ως προσαύξηση 25% της νυχτερινής απασχόλησης το ποσό των (3.102,50 ώρες X 3,93 ωρομίσθιο X 25% προσαύξηση νυχτερινής εργασίας=) 3.048,21 ευρώ. Επομένως, για την αιτία αυτή (προσαύξηση 25% νυχτερινή απασχόλησης) οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 5.459,01 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Με βάση τα προαναφερόμενα, στον ενάγοντα οφείλεται για τις πιο πάνω αναφερόμενες αιτίες το συνολικό ποσό των (6.810,01+ 9.189,85+ 1.283,53+ 10.268,24+ 3.552,00+ 5.391,88+ 6.239,10+ 8.319,39+ 577,25+ 5.459,01=) 57.090,26 ευρώ. Για την καταβολή δε του ποσού αυτού ενέχονται εις ολόκληρον αμφότερες οι εναγόμενες, λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης από την πρώτη στη δεύτερη εναγομένη (άρθρ. 4 παρ. 1 Π. Δ. 178/2002). Περαιτέρω, η δεύτερη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα ως αποδοχές υπερημερίας το ποσό των (287,98+ 5.871,50+ 116,66+ 179,50+ 471,24+ 473,83+ 409,06=) 7.809,77 ευρώ. Κατ’ ακολουθία των προαναφερομένων, πρέπει η ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της και κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, και Α) να αναγνωριστεί: α) η ακυρότητα της από 14-08-2015 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και β) ότι ο ενάγων συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, Β) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος με την απειλή εναντίον της χρηματικής ποινής ύψους 100,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς την υποχρέωσή της, Γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 16.577,11 ευρώ, που αφορά σε επιδόματα εορτών, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας αναψυχής, επιδόματα αδείας και προσαύξηση για απασχόληση κατά τις αργίες, και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να του καταβάλουν εις ολόκληρον το συνολικό ποσό των 40.513,15 ευρώ που αφορά σε προσαύξηση υπερεργασίας κατά τις εργάσιμες ημέρες, προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωρίας κατά τις εργάσιμες ημέρες, τα Σάββατα και τις Κυριακές, προσαύξηση για απασχόληση κατά τις Κυριακές και κατά τη νύκτα και απόδοση ωφέλειας για τη στέρηση της αναπληρωματικής ανάπαυσης διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί τις Κυριακές που εργάσθηκε, και όλα τα προαναφερόμενα ποσά με τους νόμιμους τόκους που αναφέρθηκαν παραπάνω, και Δ) να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει, επιπλέον, στον ενάγοντα για αποδοχές υπερημερίας, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών, που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 15-08-2015 μέχρι 24-05-2017, το συνολικό ποσό των 7.809,77 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους που αναφέρθηκαν παραπάνω. Περαιτέρω, πρέπει η παρούσα ως προς την καταψηφιστική της διάταξη να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή, λόγω και της φύσης του επιδικαζόμενου κονδυλίου, ως εργατικής απαίτησης (άρθρ. 908 παρ. 1 εδ. α’ και περ. ε’ ΚΠολΔ), κατά μερική αποδοχή του σχετικού παρεπόμενου αιτήματος του ενάγοντος ως και ουσιαστικά βάσιμου, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, επειδή είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης αυτής να προκληθεί σημαντική ζημία στον ενάγοντα. Τέλος, οι εναγόμενες πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της μερικής ήττας τους, σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος (άρθρ. 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ α) την ακυρότητα της από 14-08-2015 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και β) ότι ο ενάγων συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος.

ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ κατά της δεύτερης εναγομένης χρηματική ποινή ύψους εκατό (100,00) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στην αμέσως παραπάνω διάταξη.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τις εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δέκα έξι χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και έντεκα λεπτών (16.577,11), με το νόμιμο τόκο κατά τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ως προς την αμέσως προηγούμενη καταψηφιστική της διάταξη εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των σαράντα χιλιάδων πεντακοσίων δέκα τριών ευρώ και δέκα πέντε λεπτών (40.513,15), με το νόμιμο τόκο κατά τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η δεύτερη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει, επιπλέον, στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων οκτακοσίων εννέα ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (7.809,77), με το νόμιμο τόκο κατά τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εναγόμενες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων εξήντα (2.260,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, δίχως την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους Δικηγόρων, στην Αθήνα, την 13η Οκτωβρίου 2017.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies