BlogΆδειες εργαζόμενουΌ,τι πρέπει να γνωρίζουν οι εργαζόμενοι για την κανονική άδεια

13 Ιουνίου 2022

Τελευταία ενημέρωση: 7 Απριλίου 2024

Γράφει ο Δικηγόρος – εργατολόγος Δημήτρης Βλαχόπουλος | Δικηγορικό γραφείο εργατικού δικαίου Δημήτρης Βλαχόπουλος & συνεργάτες


 

Ποιοι εργαζόμενοι δικαιούνται κανονική άδεια;

Η κανονική άδεια χορηγείται σε όλους τους εργαζόμενους, τόσο με έγκυρη όσο και με άκυρη σύμβαση εργασίας (π.χ. εργαζόμενους σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος χωρίς πιστοποιητικό υγείας).

Κανονική άδεια δικαιούνται και οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση.

Πώς υπολογίζεται και πώς χορηγείται η άδεια.

Οι εργαζόμενοι δικαιούνται κανονική άδεια από το πρώτο ημερολογιακό έτος απασχόλησης, χωρίς να χρειάζεται να έχουν συμπληρώσει 12 ή 10 μήνες εργασίας, όπως ίσχυε παλαιότερα.

Η άδεια είναι ανάλογη με τον χρόνο υπηρεσίας των εργαζόμενων στον εργοδότη. Η αναλογία είναι 2 ημέρες άδειας για κάθε μήνα εργασίας, είτε πρόκειται για πενθήμερη, είτε για εξαήμερη απασχόληση και υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια 24 εργασίμων ημερών (επί εξαημέρου) και με βάση ετήσια άδεια 20 εργασίμων ημερών (επί πενθηµέρου).

Η κανονική άδεια πρέπει να χορηγείται από τον εργοδότη έως την 31η Μαρτίου του επόμενου ημερολογιακού έτους.

Τα ίδια ισχύουν και για το δεύτερο ημερολογιακό έτος, με τη διαφορά ότι, από το χρονικό σημείο συμπλήρωσης 12 μηνών απασχόλησης, η άδεια αυξάνεται κατά μία ημέρα, δηλαδή αυξάνεται στις 21 ημέρες επί πενθημέρου και στις 25 ημέρες επί εξαημέρου.

Για το τρίτο ημερολογιακό έτος και για τα επόμενα η άδεια χορηγείται σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο, και μάλιστα από την 1η Ιανουαρίου του έτους ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει ολόκληρη την άδεια του εν λόγω έτους. Η άδεια είναι 21 ή 22 ημέρες επί πενθημέρου και 25 ή 26 ημέρες επί εξαημέρου αναλόγως αν ο εργαζόμενος, κατά το χρονικό σημείο λήψης της άδειας έχει συμπληρώσει 24 μήνες απασχόλησης στον εργοδότη ή όχι.

Για εργαζόμενους που έχουν 12 έτη υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, ο υπολογισμός της άδειας όλα τα έτη γίνεται βάσει των 25 ημερών επί πενθημέρου και των 30 ημερών επί εξαημέρου. Ακόμη, εργαζόμενοι με 10 έτη στον ίδιο εργοδότη δικαιούνται 25 ημέρες άδεια επί πενθημέρου και 30 επί εξαημέρου. Τέλος, στους εργαζόμενους που έχουν συμπληρώσει 25 έτη υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας προστίθεται μία επιπλέον ημέρα.

Ποιες ημέρες υπολογίζονται στην άδεια.

Στην άδεια υπολογίζονται μόνο οι εργάσιμες ημέρες. Δεν συμπεριλαμβάνονται οι Κυριακές, οι αργίες και οι ημέρες ασθενείας (κατά τις οποίες ο μισθωτός παρέμεινε στο σπίτι του ή νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο), που εμπίπτουν στο διάστημα της άδειας. Για τους εργαζόμενους με πενθήμερο δεν περιλαμβάνεται στον αριθμό ημερών αδείας, η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν παρέχουν εργασία λόγω πενθημέρου (ρεπό).

Σε περίπτωση που χορηγηθεί οποιαδήποτε άλλη ειδική άδεια (γάμου, υποβολής σε μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής κ.α.), τότε διακόπτεται η χορηγηθείσα κανονική άδεια και συνεχίζεται μετά τη λήψη της ειδικής άδειας.

Πότε χορηγείται η κανονική άδεια.

Η χρονική περίοδος χορήγησης της άδειας συμφωνείται μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου. Σε κάθε περίπτωση, ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια στον εργαζόμενο που υπέβαλε σχετικό αίτημα μέσα σε δύο μήνες από τη διατύπωση του αιτήματος.

Ένας ακόμη περιορισμός είναι ότι οι μισοί τουλάχιστον από τούς εργαζόμενους πρέπει να λαμβάνουν άδεια μέσα στο χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου.

Αναγκαστική χορήγηση της άδειας

Η μονομερής υποχρεωτική χορήγηση άδειας από τον εργοδότη (θέτοντας τον εργαζόμενο σε «υποχρεωτική ανάπαυση») δεν επιτρέπεται. Τυχόν «υποχρεωτική ανάπαυση» δεν αποτελεί άδεια και δεν συμψηφίζεται με τις ημέρες αδείας. Μόνο κατ’ εξαίρεση ο εργοδότης μπορεί να χορηγήσει μονομερώς την ετήσια άδεια όταν πλησιάζει η 31η Μαρτίου του επόμενου ημερολογιακού έτους και μόνο εφόσον ο εργαζόμενος δεν έχει ζητήσει και λάβει την ετήσια άδειά του.

Τι γίνεται αν δεν συμφωνεί ο εργοδότης με τον εργαζόμενο για τον χρόνο χορήγησης της άδειας και για τη διάρκειά της;

Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου για τη διάρκεια της άδειας (όχι λιγότερο από 6 ημέρες) και τον χρόνο χορήγησής της, αποφασίζει τριμελής επιτροπή της αρμόδιας Επιθεώρησης Εργασίας, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων.

Τμηματική χορήγηση της άδειας.

Είναι επιτρεπτή από τον εργοδότη η κατάτμηση του χρόνου αδείας εξαιτίας ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης που προκύπτει στο πλαίσιο της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Η κατάτμηση μπορεί να γίνει σε δυο περιόδους εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους. Η πρώτη περίοδος της άδειας που χορηγείται με αυτό τον τρόπο δεν μπορεί να είναι μικρότερη των έξι (6) εργάσιμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και των πέντε (5) εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου ή δώδεκα (12) εργάσιμων ημερών εάν πρόκειται για ανήλικο εργαζόμενο.

Επίσης, μετά από έγγραφη αίτηση του εργαζόμενου, η κατάτμηση μπορεί να γίνει σε περισσότερες από δύο περιόδους, αρκεί το ένα τμήμα να περιλαμβάνει τουλάχιστον 10 εργάσιμες ημέρες επί πενθημέρου ή 12 εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου ή 12 εργάσιμες ημέρες εάν πρόκειται για ανήλικο εργαζόμενο.

Ειδικά σε επιχειρήσεις που απασχολούν τακτικό και εποχικό προσωπικό και παρουσιάζουν, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο του έτους, μεγάλη σώρευση εργασίας εξαιτίας του είδους ή του αντικειμένου εργασιών τους, ο εργοδότης μπορεί, με απόφασή του, να χορηγεί στο τακτικό προσωπικό το τμήμα της άδειας των 10 εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου ή 12 εργάσιμων ημερών επί εξαημέρου, οποτεδήποτε εντός του ημερολογιακού έτους.

Οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας.

Κατά τη διάρκεια της άδειας ο εργαζόμενος δικαιούται τις «συνήθεις αποδοχές» που θα ελάμβανε αν πραγματικά απασχολείτο στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς του. Στην έννοια των συνήθων αποδοχών περιλαμβάνεται ό,τι καταβάλλεται στον εργαζόμενο τακτικά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της εργασίας του, δηλαδή τόσο ο πάγιος μισθός ή το ημερομίσθιο, όσο και κάθε είδους πρόσθετες συμπληρωματικές παροχές, είτε σε χρήμα είτε σε είδος (όπως λ.χ. τροφή, κατοικία, ποσοστά, επιδόματα κ.λπ.). Επιπλέον, περιλαμβάνονται οι προσαυξήσεις για εργασία κατά τις νύχτες, τις Κυριακές και αργίες, καθώς επίσης και η αμοιβή για υπερεργασία και η προσαύξηση για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση αν αυτή παρέχεται κατά συνήθη τρόπο.

Εκτός από τις αποδοχές της άδειας ο μισθωτός δικαιούται και επίδομα αδείας. Το επίδομα αδείας δεν μπορεί να υπερβεί για όσους αμείβονται με μισθό τον μισό μισθό και για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο τα 13 ημερομίσθια

Πότε καταβάλλονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας;

Τόσο οι αποδοχές αδείας όσο και το επίδομα αδείας προκαταβάλλονται υποχρεωτικά στον εργαζόμενο κατά την έναρξη της άδειάς του. Αντίθετη συμφωνία δεν είναι έγκυρη.

Αποδοχές και επίδομα αδείας σε περίπτωση λύσης της εργασιακής σχέσης.

Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας με οποιονδήποτε τρόπο (απόλυση, οικειοθελής αποχώρηση κ.λπ.) πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο εργαζόμενος δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί άδεια.

Συνέπειες αν δεν χορηγηθεί η άδεια

Σε περίπτωση μη χορήγησης της άδειας μέχρι την 31η Μαρτίου του επόμενου ημερολογιακού έτους, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. O εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές αδείας, απλές όταν δεν υπάρχει πταίσμα του και με προσαύξηση 100% όταν υπάρχει πταίσμα το, δηλαδή όταν ο εργαζόμενος υπέβαλε το αίτημα για την άδεια και αυτός αρνήθηκε υπαιτίως να το ικανοποιήσει, ακόμη και αν δεν έβρισκε αντικαταστάτη ή λόγω υπηρεσιακών αναγκών.

Πέραν των ανωτέρω, για τον εργοδότη που παραβαίνει τις υποχρεώσεις του σχετικά με την άδεια, προβλέπονται ποινικές και διοικητικές κυρώσεις.

Μπορεί να παραιτηθεί ο εργαζόμενος από το δικαίωμα λήψης κανονικής άδειας;

Όχι, ακόμη και αν συμφωνηθεί η λήψη αυξημένης αποζημίωσης. Μια τέτοια συμφωνία θα ήταν άκυρη.

Μπορεί ο εργαζόμενος να απασχοληθεί σε άλλον εργοδότη κατά τη διάρκεια της κανονικής άδειας;

Όχι. Απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της κανονικής άδειας η ανάληψη εργασίας. Στον εργαζόμενο που αναλαμβάνει τέτοια εργασία κατά την διάρκεια της άδειάς του, ο (νέος) εργοδότης δικαιούται να μη καταβάλει αμοιβή για το χρονικό αυτό διάστημα.

Απαγόρευση απόλυσης κατά τη διάρκεια της κανονικής άδειας

Κατά τη διάρκεια της κανονικής άδειας απαγορεύεται η απόλυση του εργαζόμενου (παρ. 6 του άρθρου 5 του α.ν. 539/1945).

Η απαγόρευση αυτή ισχύει τόσο για την απροειδοποίητη απόλυση όσο και για την απόλυση με προειδοποίηση (προμήνυση). Δεν μπορεί, δηλαδή, να γίνει η προειδοποίηση κατά τη διάρκεια της άδειας.

Σε περίπτωση που γίνει απόλυση κατά τη διάρκεια της άδειας, αυτή θεωρείται άκυρη.

Ισχύει η απαγόρευση για όλα τα είδη αδειών;

Τα παραπάνω ισχύουν μόνο για την άδεια αναψυχής και όχι για άλλα είδη αδειών, όπως, για παράδειγμα, την αναρρωτική άδεια, κατά τη διάρκεια της οποίας επιτρέπεται κατ’ αρχήν η απόλυση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις ή από την ατομική σύμβαση εργασίας και υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις.

Δείτε δικαστικές αποφάσεις του γραφείου μας σχετικές με απόλυση κατά τη διάρκεια της άδειας

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies