Δικαιώματα εργαζόμενουΣυμβάσεις εργασίας με στοιχεία διεθνικότητας

18 Σεπτεμβρίου 2023

Γράφει η Δικηγόρος – εργατολόγος Παναγιώτα Γούλα | Δικηγορικό γραφείο εργατικού δικαίου Δημήτρης Βλαχόπουλος & συνεργάτες


Ολοένα και περισσότερο εμφανίζονται στην πράξη συμβάσεις εργασίας στις οποίες υπάρχει κάποιο στοιχείο διεθνικότητας, δηλαδή κάποιο δηλαδή από τα δύο μέρη εδρεύει ή κατοικεί στο εξωτερικό ή η εργασία παρέχεται στο εξωτερικό. Στις περιπτώσεις αυτές, συχνά οι εργαζόμενοι αγνοούν ποιο είναι το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση εργασίας και ποια είναι τα αρμόδια δικαστήρια σε περίπτωση που ανακύψει εργασιακή διαφορά.

Τα ζητήματα αυτά, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους και του διεθνικού χαρακτήρα τους ρυθμίστηκαν από τους Κανονισμούς (ΕΕ) 1215/2012 [Βρυξέλλες Ι (1) — αναδιατύπωση] και 593/2008 (Ρώμη Ι). Στο πλαίσιο των Κανονισμών αυτών εμπεριέχονται ειδικές διατάξεις, οι οποίες εισάγουν παρεκκλίσεις από τις γενικές αρχές περί δικαιοδοσίας και εφαρμοστέου δικαίου, στοχεύοντας στην προστασία του εργαζόμενου ως του ασθενέστερου συμβαλλομένου.

Σε ποιο δικαστήριο πρέπει να προσφύγω εάν παρέχω την εργασία μου σε κράτος διαφορετικό από αυτό στο οποίο διατηρεί την έδρα του ο εργοδότης μου;

Σε περίπτωση αγωγής του εργαζομένου κατά του εργοδότη, ο εργαζόμενος μπορεί να ενάγει τον εργοδότη: α) στον τόπο κατοικίας του εργοδότη ή β) στον τόπο στον οποίο ο εργαζόμενος συνήθως εκτελεί την εργασία του ή γ) εάν ο τόπος στον οποίο συνήθως εκτελεί την εργασία του δεν βρίσκεται στην ίδια πάντοτε χώρα, στον τόπο στον οποίο είναι ή ήταν εγκατεστημένη η επιχείρηση που τον προσέλαβε.  Δίνεται λοιπόν στον εργαζόμενο δικαίωμα επιλογής να ενάγει τον εργοδότη σε οποιοδήποτε κράτος μέλος πληροί τα υπό α), β) ή γ)  κριτήρια.

Ποιος θεωρείται ο τόπος κατοικίας του εργοδότη;

Ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι (αναδιατύπωση) (άρθρο 63) προβλέπει ότι ο εργοδότης (ο οποίος πρέπει να είναι εταιρία ή άλλο νομικό πρόσωπο) έχει την κατοικία του στον τόπο στον οποίο η εταιρία έχει: την καταστατική της έδρα, ή την κεντρική της διοίκηση, ή την κύρια εγκατάστασή της. Συνεπώς, η εταιρία είναι εγκατεστημένη στην ΕΕ ακόμη και όταν πληρούται ένα μόνο από τα κριτήρια αυτά.

Ακόμη, το άρθρο 20 παρ. 2 του κανονισμού Βρυξέλλες Ι (αναδιατύπωση) καλύπτει την περίπτωση που ο εργοδότης δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, αλλά διαθέτει «υποκατάστημα, πρακτορείο ή οποιαδήποτε άλλη εγκατά­σταση» σε κράτος μέλος. Στην περίπτωση αυτή, ο εν λόγω εργοδότης θεωρείται ότι, για διαφορές σχετικές με τις εργασίες του υποκαταστήματος, πρακτορείου ή άλλης εγκατάστασης, έχει την κατοικία του σε αυτό το κράτος μέλος.

Είναι έγκυρη η συμφωνία μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη για προσφυγή σε δικαστήριο διαφορετικό από τα παραπάνω;

Ο κανονισμός Βρυξέλλες I (αναδιατύπωση) θεσπίζει για την περίπτωση των εργασιακών διαφορών αυστη­ρούς κανόνες εν είδει γενικών αρχών και χορηγεί στα μέρη ελάχιστα περιθώρια απόκλισης από αυτούς. Παρότι λοιπόν στο άρθρο 23 προβλέπει ότι τα μέρη μπορούν να συνάψουν συμφωνία παρέκτασης δικαιοδοσίας, προβλέπει ότι αυτό είναι εφικτό μόνο σε δύο περιπτώσεις: α. μετά τη γένεση της διαφοράς ή β. εάν η συμφωνία επιτρέπει στον εργαζόμενο να προσφύγει σε άλλα δικαστήρια εκτός εκείνου όπου θα μπορούσε να προσφύγει βάσει των διατάξεων του κανονισμού. Συνεπώς, η ρήτρα παρέκτασης είναι νόμιμη αν διευρύνει τις επιλογές που διαθέτει ο εργαζόμενος.

Ποιο δίκαιο είναι εφαρμοστέο εάν παρέχω την εργασία μου σε κράτος διαφορετικό από αυτό στο οποίο διατηρεί την έδρα του ο εργοδότης μου;

Το εφαρμοστέο δίκαιο το οποίο θα διέπει την εργασιακή σχέση ρυθμίζεται από τον κανονισμό Ρώμη Ι με κανόνες δικαίου οι οποίοι αποβλέπουν στο να εξασφαλίσουν στα μέρη την ελευθερία να επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο, προστατεύοντας παράλληλα τον εργαζόμενο που θεωρείται το ασθενέστερο συμβαλλόμενο μέρος.

Έτσι, σε αντίθεση με το πιο στενό πεδίο ελευθερίας το οποίο παρέχεται αναφορικά με τη δικαιοδοσία, εν προκειμένω, δίνεται η ελευθερία τα μέρη να επιλέγουν ελεύθερα το δίκαιο που διέπει τη σύμβασή τους. Ωστόσο, ο εργαζόμενος και πάλι προστατεύεται καθώς το άρθρο 8 του κανονισμού Ρώμη Ι προβλέπει ότι «η επιλογή αυτή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει τον εργαζόμενο από την προστασία που του εξασφαλίζουν οι διατάξεις από τις οποίες δεν μπορεί να γίνει παρέκκλιση με συμφωνία κατά το δίκαιο που θα ήταν εφαρμοστέο βάσει των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, ελλείψει επιλογής».

Ως εκ τούτου, σε κάθε περίπτωση, οι εφαρμοστέες διατάξεις δεν μπορεί να είναι δυσμενέστερες για τον εργαζόμενο από αυτές που θα εφαρμόζονταν ελλείψει επιλογής, κατά α) το δίκαιο που ισχύει στον τόπο συνήθους εκτέλεσης της εργασίας, ή, β) ελλείψει αυτού, το δίκαιο που ισχύει στον τόπο στον οποίο προσελήφθη ο εργαζόμενος ή, γ) εάν η σύμβαση συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα, το δίκαιο της εν λόγω άλλης χώρας.

Τέλος, το δίκαιο που καθορίζεται βάσει του άρθρου 8 ισχύει ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας. Αντιθέτως, τα αρμόδια δικαστήρια που καθορίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό Βρυξέλλες Ι (αναδιατύπωση) είναι πάντοτε τα δικαστήρια κράτους μέλους.

Ποιος θεωρείται ο τόπος στον οποίο ο εργαζόμενος συνήθως εκτελεί την εργασία του;

Τόσο στον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 [Βρυξέλλες Ι (1) — αναδιατύπωση] και όσο και στον Κανονισμό (ΕΕ)  593/2008 (Ρώμη Ι), εμφανίζεται ως κριτήριο για τη δικαιοδοσία αλλά και για το εφαρμοστέο δίκαιο η έννοια του τόπου στον οποίο ο εργαζόμενος συνήθως εκτελεί την εργασία του. Η έννοια αυτή, προκειμένου να προσδιορισθεί, έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, τα κριτήρια που συνεκτιμώνται για την εύρεση του τόπου συνήθους απασχόλησης είναι: α) ο τόπος πραγματικής απασχόλησης, β) η φύση της εργασίας, γ) οι παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη δραστηριότητα του εργαζο­μένου, δ) η χώρα στην οποία ή από την οποία ο εργαζόμενος εκτελεί τα καθήκοντα ή μέρος των καθηκόντων του, λαμβάνει οδηγίες σχετικά με τα καθήκοντά του και οργανώνει την εργασία του,  ε) ο τόπος στον οποίο βρίσκονται τα μέσα για την εκτέλεση της εργα­σίας του εργαζομένου, στ) ο τόπος στον οποίο ο εργαζόμενος πρέπει να παρουσιάζεται πριν από την εκτέλεση των καθηκόντων του/της ή στον οποίο επιστρέ­φει μετά την ολοκλήρωση τους. Τέλος, οι εργαζόμενοι που έχουν τον συνήθη τόπο εργασίας τους σε τρίτη χώρα εξακολουθούν να προστατεύονται από τις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της εν λόγω χώρας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού Ρώμη Ι, ο συνήθης τόπος εργασίας δεν θεωρείται ότι μεταβάλλεται όταν ο εργαζόμενος παρέχει προσωρινά την εργασία του σε άλλο κράτος μέλος.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies